Οι αγωνιστές πεθαίνουν έκτοτε με ήσυχη τη συνείδηση. Να 'ξεραν οι πολιτικοί των υποχωρήσεων πόσο ωραίο είναι να πεθαίνει ο άνθρωπος με ήσυχη τη συνείδηση

Τα συμπεράσματα από τις συγκρίσεις ανθρώπων και εποχών είναι προκλήσεις θλιβερών αποδοχών. Βέβαια, μπορεί στην εξέλιξη του χρόνου οι διαπιστώσεις να καταλήγουν σε ευχάριστα δεδομένα. Όταν όμως από τη σύγκριση προκύπτουν δυσάρεστα κατασταλάγματα, είναι επόμενο να οδηγούν σε απογοήτευση. Και προς ενίσχυση της άποψης ας επιτραπεί η ανάμνηση ενός γεγονότος μαζικής αυτοθυσίας τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1958. Ήμασταν δέσμιοι κι αδίκαστοι για δεύτερη χρονιά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των Άγγλων.

Στα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς. Γύρω στους 600 Πολιτικούς Κρατουμένους. Η ζωή στο κολαστήριο είχε εφιαλτικά ημερονύχτια. Και κυριαρχούσα σκέψη πρυτάνευε η αναζήτηση τρόπων απαλλαγής από το μαρτύριο της ομηρείας, όχι με ιδεολογικές υποχωρήσεις ενώπιον της βασανιστικής δυναστείας, αλλά με απόδραση και ενέργειες δυναμικής αμφισβήτησης της κατοχικής της πατρίδας μας αποικιοκρατίας. Και τέτοια δυνατότητα παρουσιάστηκε ενώ πλησίαζε η Αγία Εβδομάδα, με εντολή του Διγενή, να προβούμε σε οργανωμένη εξέγερση αμφισβήτησης της ξένης εξουσίας, με πυρπολήσεις και καταστροφές του στρατοπέδου. Η Αόρατη Αρχή που οριζόταν από τον Αρχηγό του αγώνα της ΕΟΚΑ, άρχισε την προπαρασκευή της εξέγερσης με κάθε μυστικότητα

. Με μηνύματα που διοχετεύονταν στους υπευθύνους κάθε διαμερίσματος και στους θαλαμάρχες, διατασσόταν η εξασφάλιση πετρελαίου που δινόταν για τις θερμάστρες προς αποφυγήν ασθενειών από την αβάσταχτη παγωνιά. Το αγιάζι από το χιονισμένο Τρόοδος περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κίνδυνοι πνευμονίας καραδοκούσαν ιδιαίτερα τις νύχτες στα τσίγκινα παραπήγματα κρατήσεως των αγωνιστών. Με τον ίδιο τρόπο μεταδίδονταν οι εντολές για οργάνωση της εξέγερσης.

Όλα είχαν ρυθμιστεί και ώρα «X» ορίστηκε η 11η πρωινή της Μεγάλης Πέμπτης του 1958. Οι θαλαμάρχες θα πρωτοπορούσαν με αιφνίδιες κινήσεις και θα καλούσαν τους Κρατουμένους να ξεριζώνουν πόρτες, παράθυρα και κάθε άλλη ξυλεία και θα τα παρέδιδαν σε παρανάλωμα πυρός. Η εξέγερση θα είχε διάρκεια 7 λεπτών και οι αγωνιστές θα αποσύρονταν στις παράγκες χωρίς οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες, όπως προκλήσεις και συγκρούσεις με τους Άγγλους λοχίες που κινούνταν στις νεκρές ζώνες ή τους πάνοπλους στρατιώτες στους πύργους.

Στις 11 ακριβώς μια βοή οργής εξακόσιων πολιτικών Κρατουμένων συγκλόνισε τον κόσμο κι αμέσως κρότοι και εκκωφαντικοί ήχοι από εκρηγνυόμενες κονσέρβες που κάποιοι εφευρετικοί πετούσαν στις φωτιές δονούσαν την ώς εκείνη τη στιγμή ηρεμία. Οι Εγγλέζοι καταλήφθηκαν εξαπίνης. Έντρομοι έτρεχαν στις νεκρές ζώνες, έστρεφαν τα πολυβόλα εναντίον του επαναστατημένου πλήθους, αμόλησαν τα λυκόσκυλα στη μεγάλη νεκρή ζώνη, ο διοικητής μετακάλεσε στρατό που πολιόρκησε τα διαμερίσματα, κάποιοι στρατιώτες πυροβολούσαν πάνω από τα κεφάλια μας, οι σφαίρες τρυπούσαν τους τσίγκους, ούρλιαζαν απειλές και βρισιές, μας προκαλούσαν να βγούμε στα προαύλια για να μας πυροβολήσουν. Οι στρατιώτες είχαν εξαγριωθεί. Ήταν Ιρλανδοί με κίτρινο φτερό στο πηλήκιο. Ύστερα κατέφθασαν και αλεξιπτωτιστές με κόκκινα μπερέ, πιο άγριοι από τους άλλους.

Σαν έπεσε η νύχτα πραγματοποιούσαν αιφνιδιαστικές επιδρομές στις παράγκες. Κρατούσαν μακριά χοντρά στολίθια και μας κτυπούσαν με βαρβαρότητα ανελέητη. Έσπαζαν κεφάλια, χέρια, πόδια, στέρνα, παΐδια. Μας πετούσαν ακαθαρσίες εκκενώνοντας από τα παράθυρα κάδους σκουπιδιών κι όλο έρχονταν και ξανάρχονταν για να βασανίσουν, να συντροβολήσουν κρεβάτια κι ανθρώπους. Με πέταξαν σ’ ένα ξύλινο κατασκεύασμα και το κεφάλι μου σφηνώθηκε στα σπασμένα σανίδια. Με απελευθέρωσε ο Αιμίλιος Πατσαλίδης, καλή του ώρα. Η νύχτα εκείνη ήταν τρομακτική.

Τη Μεγάλη Παρασκευή τα μαρτύρια συνεχίστηκαν και υπό το φως της μέρας. Μας έβγαλαν στην αυλή και μας γύμνωσαν για να ερευνήσουν τα ολόγυμνα κορμιά. Θυμάμαι τον μ. Στέφανο Πρωτοπαπά, ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία, να δακρύζει από ντροπή. Τον Μιχαλάκη Πλατάνη που τον γύμνωσαν πρώτο σε κοινή θέα. Τον ανταρτοκαλόγερο Σάββα Αλωνεύτη που ζήτησε άδεια να πάει στη βρύση και τον πυροβόλησαν. Αν δεν άκουε το κλείστρο του όπλου κι έπεφτε κάτω θα τον σκότωναν. Είχαμε κηρύξει απεργία πείνας από την Πέμπτη. Μέχρι την Κυριακή της Λαμπρής ήμασταν θεονήστικοι.

Πίναμε μόνο νερό με λίγο αλάτι. Και την Κυριακή μάς έφεραν ξερό ψωμί, χαλασμένο αβγό που βρομούσε, σάπιες ελιές και κρεμμύδι. Και τα βάσανα συνεχίστηκαν. Δυο μήνες δεν ξέραμε τίποτα για τις οικογένειές μας. Δεν τα βάλαμε κάτω. Δεν λιποψυχήσαμε. Μείναμε πιστοί στα ιδανικά μας. Αλύγιστοι στο πρόσταγμα της ελευθερίας. Αντρόπιαστοι. Στα Κρατητήρια δοκιμάστηκε η αξία του ανθρώπου και νίκησε την κατοχή. 11 οι αποδράσεις. 49 οι δραπέτες. Οι 7 έπεσαν νεκροί σε μάχες. Στις 15 Αυγούστου 1958 στείλαμε μήνυμα στον Μακάριο και στον Καραμανλή: Προτιμούμε να γίνουμε βορά των πολυβόλων παρά να υποχωρήσουμε από τη γραμμή του αγώνα! Οι αγωνιστές πεθαίνουν έκτοτε με ήσυχη τη συνείδηση. Να 'ξεραν οι πολιτικοί των υποχωρήσεων πόσο ωραίο είναι να πεθαίνει ο άνθρωπος με ήσυχη τη συνείδηση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ