Ένα αναπόσπαστο μέρος της παιδικής μου ηλικίας, όταν πήγαινα με την οικογένειά μου τη Λαμπρή στον Αγρό, ήταν τα έθιμα που επικράτησαν από γενιά σε γενιά. Όπως όλοι, έτσι κι εγώ έχω τις δικές μου μοναδικές εμπειρίες και βιώματα των παιδικών μου χρόνων. Όλοι οι Αγρότες του χωριού αλλά και πάρα πολλοί απόδημοι έρχονταν στο χωριό για τις γιορτές του Πάσχα. Τη Λαμπρή πηγαίναμε νύχτα στην εκκλησία για την Ανάσταση. Μαζί με άλλα παιδιά φορούσαμε την ειδική στολή και κρατούσαμε τα εξαπτέρυγα.

Στην αυλή της εκκλησίας ήταν μαζεμένα ξύλα σ’ έναν τεράστιο σωρό που μάζευαν τα παιδιά του Αγρού κατά τη διάρκεια της σαρακοστής. Δεν ξεχνώ τη μεγάλη λαμπρατζιά και το κάψιμο του Ιούδα τη νύχτα της Λαμπρής.

Δεν υπήρχαν τότε κροτίδες. Θυμάμαι ότι γεμίζαμε ένα μεγάλο κλειδί (ανοιχτάρι) που παίρναμε από τις πόρτες της εποχής εκείνης, το δέναμε με σπάγκο, γεμίζαμε την τρύπα με μπαρούτι που κόβαμε από τα σπίρτα και το κτυπούσαμε στον τοίχο για να ακουστεί η έκρηξη. Αυτό γινόταν μετά τον «Καλό Λόγο» της Ανάστασης.

Την Κυριακή το μεσημέρι στη λειτουργία διάβαζαν το Ευαγγέλιο της Ανάστασης σε διάφορες γλώσσες. Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς. Στα ενδιάμεσα του Ευαγγελίου κτυπούσαν το σήμαντρο, που ανήκε στην παλιά μονή του Μεγάλου Αγρού, τρεις φορές. Όταν τέλειωνε το Ευαγγέλιο κτυπούσαν το σήμαντρο για αρκετή ώρα και, ταυτόχρονα, γύριζαν τους δίσκους (σανιές) της εκκλησίας στο πάτωμα και κτυπούσαν τους σκάμνους της εκκλησίας. Όταν τελείωνε η λειτουργία, γινόταν λιτανεία γύρω από την εκκλησία και η προσκύνηση των εικόνων. Στη συνέχεια στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο και κάνοντας χειραψία έλεγαν ο ένας «Χριστός Ανέστη» και ο άλλος απαντούσε «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος». Ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρι να προσκυνήσουν όλοι και ανταποδώσουν τις ευχές τους.

Τότε ξεκινούσαν τα παραδοσιακά παιγνίδια: Λιγκρί, σακουλοδρομίες, αβγοδρομίες (έτρεχαν με ένα κουτάλι στο στόμα, στο οποίο έβαζαν ένα αβγό), διτζίμι, «δκυο να βρω τρεις να μεν εύρω», ζίζιρον και άλλα. Στη συνέχεια άρχιζε το φαγοπότι στα σπίτια όπου μαζεύονταν οι οικογένειες και διασκέδαζαν μέχρι αργά το βράδυ.

Τη Δευτέρα της Λαμπρής γιορτάζει η εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου και γίνεται μονοεκκλησία. Μετά τη λειτουργία και τη λιτανεία, πάλι συνεχιζόταν στα σπίτια της Πέρα Γειτονιάς. Η Τρίτη της Λαμπρής είναι αφιερωμένη στην Παναγία και γιορτάζει η ενορία της Παναγίας. Την ημέρα αυτή γινόταν και γίνεται μέχρι σήμερα η μεγάλη περιφορά των εικόνων των εκκλησιών. Στις πέντε η ώρα το πρωί ακούγεται το σήμαντρο του παλιού Μοναστηριού και ξεκινά η πομπή από την εκκλησία της Παναγίας.

Ταυτόχρονα κτυπούν οι καμπάνες και των δύο εκκλησιών. Προηγείται η ελληνική σημαία και ακολουθεί η μεγάλη εικόνα της Παναγίας και πολλές άλλες εικόνες που μεταφέρουν άνδρες, αλλά και γυναίκες τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα ξεκινά και η πομπή από την εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου με τη μεγάλη εικόνα του Αγίου μπροστά και άλλες εικόνες. Οι δύο πομπές συναντώνται σε ορισμένο τόπο και συνεχίζουν όλοι μαζί. Πλείστοι κάτοικοι και απόδημοι ακολουθούν την περιφορά.

Γίνονται αρκετές προκαθορισμένες στάσεις στις γειτονιές του Αγρού όπου μαζεύονται οι κάτοικοι για να προσκυνήσουν και να ενωθούν με την πομπή. Στις στάσεις αλλά και κατά τη διαδρομή οι ιερείς ψάλλουν διάφορους ύμνους, όπως ο Ακάθιστος Ύμνος και άλλοι. Σε κάθε στάση γυναίκες καπνίζουν με ελιά και ραντίζουν ροδόσταγμα όλους τους προσκυνητές. Αυτό το έθιμο κρατά από τα βυζαντινά χρόνια και συμβολίζει την Αναστήλωση των εικόνων. Σχεδόν όλα αυτά τα έθιμα συνεχίζονται μέχρι σήμερα.