Είκοσι χρόνια αργότερα, η διεθνής κοινότητα διερωτάται με ντροπή γιατί δεν είχε επέμβει κάποια στρατιωτική δύναμη, ώστε να αποφευχθεί το μεγάλο κακό
Είκοσι χρόνια έκλεισαν, αυτό τον μήνα, από την εμφύλια διαμάχη στη Ρουάντα που είχε ως αποτέλεσμα τη σφαγή 800.000 ανθρώπων μέσα σε 100 ημέρες. Τα γεγονότα εκείνων των ημερών είχαν συγκλονίσει τον κόσμο και συνεχίζουν να θυμίζουν ανατριχιαστικές πραγματικότητες, σε μιαν από τις πιο τραγικές στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας. Η γενοκτονία στη Ρουάντα έχει ιδιαίτερη σημασία για τρεις λόγους: οι θύτες ήταν οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας, ο φυλετικός διαχωρισμός που την ξεκίνησε ήταν αποτέλεσμα ρατσιστικής μεταχείρισης αποικιακών κρατών, ενώ η αδράνεια της διεθνούς κοινότητας να την αποτρέψει θέτει σοβαρό ηθικό προβληματισμό.
Στις 6 Απριλίου 1994, το αεροπλάνο που μετέφερε τον τότε Πρόεδρο της Ρουάντα, Juvenal Habyarimana, της φυλής Χούτου, δέχθηκε επίθεση και καταρρίφθηκε με αποτέλεσμα τον θάνατο όλων των επιβαινόντων. Με αφορμή το γεγονός, εξτρεμιστές της φυλής Χούτου έριξαν την ευθύνη της επίθεσης σε αντάρτες της φυλής των Τούτσι. Έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος εξόντωσης των Τούτσι, οι οποίοι αποτελούσαν τη μειονότητα στη χώρα. Για να κατανοήσει κάποιος τις αιτίες που οδήγησαν στην εχθρότητα μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι, χρειάζεται μια αναδρομή στην περίοδο που η Ρουάντα ήταν αποικία της Γερμανίας και μετέπειτα του Βελγίου από το 1884 μέχρι την ανεξαρτησία της χώρας το 1962.
Ο διαχωρισμός μεταξύ Χούτου και Τούτσι από τα αποικιακά κράτη και η εύνοια στη μεταχείριση που έδειχναν στους Τούτσι, τους οποίους θεωρούσαν ανώτερη φυλή, δημιούργησε ένα σύστημα apartheid και ρατσισμού που έθεσε τα θεμέλια της φυλετικής διάκρισης στη χώρα. Με την πάροδο του χρόνου, το χάσμα απορροφήθηκε στην κοινωνία της Ρουάντα, όπου μετά την ανεξαρτησία της χώρας εξελίχθηκε και αναδύθηκε σε μίσος. Το εχθρικό συναίσθημα έναντι των Τούτσι που κυβερνούσαν και ευημερούσαν για δεκάδες χρόνια, πήρε μορφή με τον χειρότερο τρόπο.
Η διαμάχη στη Ρουάντα δεν ήταν ένας συμβατικός πόλεμος με σύγχρονα μέσα και καταστάσεις. Χρησιμοποιώντας το ραδιόφωνο για συσπείρωση και οργάνωση, μέσα στο απόλυτο χάος, οι Χούτου έδιναν εντολές στους πολίτες της χώρας να σκοτώνουν τους γείτονές τους που ήταν Τούτσι. Εκφωνώντας ομιλίες μίσους και κατονομάζοντας οικογένειες Τούτσι, οι πολεμοχαρείς ηγέτες των Χούτου ξεκίνησαν ένα ανελέητο μακελειό, με στόχο την εξόντωσή τους. Για τους Χούτου, οι Τούτσι δεν ήταν άνθρωποι. Τους αποκαλούσαν «κατσαρίδες» και δεν έπρεπε να ξεφύγει κανείς. Οι φόνοι λάμβαναν χώρα μέσα σε άγριες συνθήκες, καθώς εκτελούνταν από πολίτες οι οποίοι δεν διέθεταν όπλα, αλλά εργαλεία καθημερινής χρήσης. Μαχαίρια, ξύλα, δρεπανομάχαιρα που χρησιμοποιούνταν στα χωράφια, έγιναν εργαλεία επίθεσης και θανάτου.
Ο σωματικός θάνατος προκαλείτο από αλλεπάλληλα κτυπήματα, ο ψυχολογικός θάνατος από ακρωτηριασμούς και δημόσιο εξευτελισμό.
Οι γυναίκες δεν εξαιρούνταν. Όσοι Χούτου είχαν γυναίκες Τούτσι έπρεπε να τις σκοτώσουν. Άντρες που έφεραν σεξουαλικές μεταδοτικές ασθένειες ομαδοποιούνταν με στόχο τη μετάδοση της αρρώστιας που κουβαλούσαν σε γυναίκες Τούτσι, μέσω συστηματικών, ομαδικών βιασμών. Γινόταν, επιπλέον, παραμόρφωση των γεννητικών οργάνων στις γυναίκες Τούτσι, με σκοπό να μην αναπαράγεται πλέον η φυλή τους.
Στα μέσα Ιουλίου του 1994, μετά από επίθεση του Πατριωτικού Μετώπου των Τούτσι στην πρωτεύουσα, ο πόλεμος σταμάτησε και τα γεγονότα των 100 εκείνων ημερών βγήκαν στη δημοσιότητα. Ήταν όμως αργά. Οι συστηματικοί βιασμοί άφησαν τεράστια εξάπλωση ίωσης HIV, βρέφη ορφανά ή αθέμιτα, γεννημένα λόγω των βιασμών.
Η υποδομή της χώρας διαλύθηκε, ο πληθυσμός της μειώθηκε από τις εκατοντάδες χιλιάδες σφαγές και η οικονομία καταστράφηκε. Μέχρι σήμερα, ελάχιστοι έχουν καταδικαστεί για τη γενοκτονία στη Ρουάντα. Λόγω των περιστάσεων, όσοι έσπειραν την κόλαση με τον θάνατο ίσως να μη δικαστούν ποτέ, έστω και αν ο λαός τους τούς γνωρίζει. Ενώ 20 χρόνια αργότερα η διεθνής κοινότητα διερωτάται με ντροπή γιατί δεν είχε επέμβει κάποια στρατιωτική δύναμη, ώστε να αποφευχθεί το μεγάλο κακό (υπάρχουν μαρτυρίες της οργάνωσης Human Rights Watch, οι οποίες ισχυρίζονται πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Έθνη γνώριζαν τις εξελίξεις), η Ρουάντα βρίσκεται σε ένα από τα πιο δύσκολα μονοπάτια συμφιλίωσης και αναζήτησης της δικαιοσύνης στη σύγχρονη ιστορία.
ΑΡΙΣΤΟΣ ΜΑΛΑΟΣ
Μέλος Πολιτικής Επιτροπής Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών




