Τα ΜΟΕ θα είναι χρήσιμα και υποβοηθητικά, μόνο αν αρχίσουν να εφαρμόζονται με μεθοδευμένο και ενεργό τρόπο όσο γίνεται πιο νωρίς στη διαδικασία των συνομιλιών
Στο δημοψήφισμα του 2004 ο πολύς κόσμος ψήφισε «όχι» για διάφορους λόγους, αλλά και διότι ο ίδιος ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος μάς κάλεσε να το απορρίψουμε. Αν όμως σε ένα νέο δημοψήφισμα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης μάς καλέσει να το εγκρίνουμε με την ψήφο μας δεν είναι σίγουρο πως οι πολλοί θα πουν «ναι» απλώς και μόνο επειδή θα μας προτρέπει ο ίδιος να το αποδεχτούμε και επειδή θα είναι το αποτέλεσμα μιας σε βάθος διαπραγμάτευσης. Η αποδοχή μιας συμφωνίας δεν είναι μόνο υπόθεση μιας ανάλυσης στη βάση μιας λογικής επιχειρηματολογίας αλλά θα είναι και το αποτέλεσμα μιας ψυχολογικής διαδικασίας.
Σχετικοί αρνητικοί παράγοντες θα είναι, ανάμεσα σε άλλους, οι διάχυτες καχυποψίες μας για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας, αλλά και της ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων, η εχθρότητα που έχει δημιουργηθεί μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τα φοβικά σύνδρομα, ιδιαίτερα ανάμεσα σ΄ εμάς τους Ελληνοκυπρίους και η μακρά περίοδος που βρισκόμαστε χωρισμένοι. Χρειάζεται, επομένως, κάτι περισσότερο από ένα συμφωνημένο Σχέδιο λύσης και μια αναμενόμενη στήριξή της από τα δύο μεγάλα κόμματα. Το σημαντικό δεν είναι απλώς να εξασφαλισθεί μια πλειοψηφία, αλλά και να πιστέψουμε ότι οι δύο Κοινότητες θα μπούμε σε μια διαδικασία συμβίωσης χωρίς να αμφιβάλλουμε ότι δεν θα στρεψοδικήσει η αντίπερα πλευρά, ότι η συμφωνία έστω και αν φαίνεται δίκαιη θα αποδειχθεί, όντως, και λειτουργική και βιώσιμη, και θα οδηγήσει σε μια μόνιμη ειρήνη και συνεργασία, τόσο τοπικά όσο και στις σχέσεις μας με την Τουρκία.
Έχω τη γνώμη ότι τις αμφιβολίες και τους φόβους μας θα μπορεί να τους μειώσει ή ακόμη και να τους εξουδετερώσει μια πετυχημένη εφαρμογή μιας σειράς από ουσιαστικά Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Τα Μέτρα αυτά, όμως, δεν θα είναι αρκετά καταλυτικά αν επικεντρωθούν και περιορισθούν μόνο στην επιστροφή των Βαρωσίων στους νόμιμους κατοίκους των και στη νομιμοποίηση του λιμανιού της Αμμοχώστου και, ενδεχομένως, και του αεροδρομίου της Τύμπου. Όση ικανοποίηση και αν θα μας προσφέρει η επιστροφή των Βαρωσίων, αυτό θα σημαίνει απλώς μια διευθέτηση που τη διεκδικούμε από καιρό και που τη στήριξε και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Ούτε, δε, η αναμενόμενη συνεργασία μεταξύ των δύο Κοινοτήτων στην ανοικοδόμησή της πόλης και η λειτουργία του λιμανιού και οι εμπορικές συνεργασίες που αυτό θα προσφέρει θα είναι αρκετά για ν΄ ανατρέψουν τους δικούς μας φόβους, καθώς και τους αντίστοιχους ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή Κοινότητα. Θα χρειασθούν και άλλα πιο αποτελεσματικά Μέτρα που όχι μόνο να έχουν έντονο το ανθρώπινο στοιχείο (μια πολύ χρήσιμη και ουσιαστική παράμετρος), αλλά και που να μπορούν να ερμηνευθούν ότι επηρεάζουν και ομαλοποιούν τις σχέσεις ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και την Τουρκία. Χρειάζονται τέτοια ευφάνταστα Μέτρα που θα φέρνουν όχι μόνο τις δύο Κοινότητες σε στενή επαφή και ενεργό συνεργασία, αλλά και τις επίσημες κρατικές Αρχές Κύπρου και Τουρκίας.
Τέτοια Μέτρα που θα μπορούσαν να μας δώσουν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να διερευνήσουμε και να αξιολογήσουμε τις προθέσεις της «άλλης πλευράς» και που θα είναι σχετικά με τις προοπτικές συμβίωσης που θα δημιουργεί για όλους μας μια επίλυση του χρονίζοντος κυπριακού προβλήματος. Να αναφερθεί, βέβαια, ότι η χαλάρωση του σημερινού στάτους κβο με την παραχώρηση ευκαιριών και δυνατοτήτων για μια πειραματική διαδικασία μέτρων αμοιβαίας εμπιστοσύνης εμπεριέχει και το ρίσκο για παροχή κάποιων νέων κεκτημένων στην «άλλη πλευρά». Όμως το ρίσκο είναι αναπόφευκτο σε μια τέτοια διαδικασία αν επιδιώκουμε πραγματικά να βρούμε επιτέλους μια λύση στο χρονίζον μας πρόβλημα. Εξάλλου, η παράταση της παρούσας εκκρεμότητας εμπεριέχει από μόνη της ακόμη μεγαλύτερο ρίσκο να υποτροπιάσει το σημερινό στάτους κβο κατά τρόπον ακόμη πιο επικίνδυνο.
Μια ουσιαστική, όμως, υποσημείωση: Τα ΜΟΕ θα είναι χρήσιμα και υποβοηθητικά μόνο αν αρχίσουν να εφαρμόζονται με μεθοδευμένο και ενεργό τρόπο όσο γίνεται πιο νωρίς στη διαδικασία των συνομιλιών και αν δοθεί επαρκής χρόνος για να αποδώσουν και που να προσφέρονται για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους «επί του εδάφους».
Επομένως, μια βεβιασμένη διαδικασία σύντομης κατάληξης σε συμφωνία στις διαπραγματεύσεις και προσφυγή σε δημοψήφισμα, όσο και αν θα μπορούσε να ήταν εφικτή, πιθανό να αποδειχθεί αντιπαραγωγική για να πούμε τελικά το «ναι» όσο γίνεται περισσότεροι.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ




