Κουράγιο δεν θα σου πω, κι αν τώρα νιώθεις πως δεν το ’χεις, θα το βρεις στη φύτρα σου, στην κληρονομιά που σου άφησε η παρουσία του. Ψάξ’ το σαν νιώθεις πως λυγίζεις

Ήταν κάποτε, Χαρά μου, ένα κορίτσι δεκατετράχρονο, καλή ώρα όπως εσύ, που αποχαιρέτησε τον δικό του πατέρα βουβό, στήλη άλατος από τον τρόμο στη σκέψη «τι θα ’ναι η άλλη μέρα χωρίς αυτόν»; Κι ήρθε προχθές η δική σου παλληκαρίσια εικόνα, να λες στον Τάσο σου όσα θα ’λεγε, αν το μπορούσε, τότε, κι εκείνο το κορίτσι: «Ευχαριστώ που ήσουν δίπλα μου στις χαρές και στις λύπες. Ευχαριστώ που μ’ άφηνες να σχηματίζω τη δική μου γνώμη και να παίρνω τις δικές μου αποφάσεις. Ευχαριστώ που μου έμαθες την περηφάνια, την αξιοπρέπεια, που μου δίδαξες την αγάπη. Ευχαριστώ που ήσουν αυτός που ήσουν». Σου ανταποδίδει, λοιπόν, το κορίτσι εκείνο σαν αντίδωρο το βάλσαμο που του χάρισες.

Φέρνει, λοιπόν, μπροστά του εικόνες που λες και τις έχει ζήσει. Βλέπει τον Τάσο να καμαρώνει τα πρώτα σου ορνιθοσκαλίσματα. Να σε στηρίζει στο πρώτο δίτροχο ποδήλατο, να σε σηκώνει κάτω απ’ τη μασχάλη του, να σε τρομάζει με βουτιές στη θάλασσα, να σου χαϊδεύει τις μπούκλες, «πριγκίπισσά μου», αποκλείεται να μην στο είπε, μα και να σε μαλώνει για τις σκανδαλιές σου. Κι εσύ να χαίρεσαι την αρχοντιά που σου μπόλιαζε χωρίς να ξέρεις και τι είναι. Μα θα σταθώ στην αγάπη που σου δίδαξε που, όπως είπες, θα ’ναι από 'δω και πέρα ο τρόπος να επικοινωνείς μαζί του.

Για να σου πω ετούτο: Αυτή η αγάπη θα σε ατσαλώσει για να μπορέσεις ν’ ακουμπήσεις τα λουλουδάκια σου το Πάσχα στη γιορτή του και λίγο ύστερα στα γενέθλιά του, ξέροντας πως δεν θα απλώσει χέρι να τα πάρει. Μην αφήσεις το υποσυνείδητο να σου παίξει το παιχνίδι πως τάχα είναι απόρριψη. Η αγάπη θα είναι πάντα εκεί. Και μέσα απ’ αυτήν θα βρίσκεις τη δύναμη να σκουπίζεις τα δάκρυα. Εκείνος δεν θα ’θελε να κλαις, ούτε στην αποφοίτησή σου αύριο απ’ το Λύκειο, ούτε απ’ το Πανεπιστήμιο. Μπροστά στις δύσκολες αποφάσεις θα σε κοιτάει λίγο αυστηρά σαν να θέλει να σου πει «σου ’δωσα τα εφόδια να τις παίρνεις μόνη σου». Στα όνειρά σου, του ύπνου και του ξύπνιου, θα σου χαράζει ρότα, σαν να ’σαι καραβάκι μισοπέλαγα.

Το μπράτσο του θα νιώσεις να σε οδηγεί στην εκκλησιά αφού πρώτα αυτός θα σ’ έχει οδηγήσει για να βρεις τον σύντροφο που θα θελήσει να γίνει το υποκατάστατο που πάντα θα ψάχνεις, κι ας ξέρει πως δεν θα το καταφέρει. Στα στιβαρά του χέρια θα θελήσεις να ακουμπήσεις το πρώτο σου παιδί. «Νανούρισέ το», θα του φωνάξεις, «ανάστησέ το, με τα χάδια σου, τα παραμύθια σου, τα πειράγματά σου και τον θυμό σου ακόμα, πάντα δίκαιος ήσουν».

Φορτίο βαρύ τόσος πόνος, δύσκολος ο ρόλος που σε διάλεξε η ζωή να παίξεις, μα τα ’βγαλαν πέρα κι άλλα κορίτσια, με πολύ λιγότερη δύναμη για προικιό. Θα γίνεις, χωρίς να το νιώσεις, λίγο μάνα για τη μάνα σου, παρηγοριά, γλυκόπικρη χαρά της, και λίγο Τάσος για τον μικρό τον Άρη και τον παππού τον Άρη. Τη σκιά του Τάσου θα την κουβαλάς πάντα και θ’ αντέξεις ώσπου ο πόνος στα σωθικά σου να γλυκάνει, αφού θα τον έχεις παλέψει όπως σου ’μαθε να κουμαντάρεις όλα τα συναισθήματά σου. Και θα μπορέσεις τότε ν’ αγγίξεις ό,τι δικό του, τα γυαλιά του, το ρολόι του, τα βιβλία του, με τη γλυκιά αίσθηση πως αγγίζεις εκείνον. Ώσπου η αίσθηση αυτή να γίνει κομμάτι της ίδιας της ψυχής σου που θα σε στηρίζει όσα χρόνια κι αν περάσουν. Κουράγιο δεν θα σου πω, κι αν τώρα νιώθεις πως δεν το ’χεις, θα το βρεις στη φύτρα σου, στην κληρονομιά που σου άφησε η παρουσία του. Ψάξ’ το σαν νιώθεις πως λυγίζεις.

Καλημέρα, μόνο, σου λέω, Χαρά. Καλημέρα.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ