Η ηγεσία του τόπου δεν πέτυχε να καταστεί σκυταλοδρόμος της εντολής του Δημοψηφίσματος. Οφείλει ο ίδιος ο κυρίαρχος λαός, κατά τη φιλοπατρία του και την ιστορική του μνήμη, να αναλάβει και πάλιν το έργο διάσωσης
Ήδη παρήλθαν δέκα χρόνια από τη μοναδική στην πολιτική ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας περίπτωση, όπου δόθηκε στον κυρίαρχο λαό η δυνατότητα να αποφασίσει για την τύχη του. Ιστορική απόφαση, που διατράνωσε τη μη αποδοχή λύσης ως η φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν. Επακόλουθο δε εξαίρετο, η πλήρης και ισότιμη ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση από 1.5.2004. Δέκα όμως χρόνια μετά, το κράτος και ο λαός, πέραν από την κατάπτωση θεσμών, τη διαπλοκή και τα διαχρονικά σφάλματα που οδήγησαν μάλιστα στην οικονομική υποδούλωση και καταστροφή, αντιμετωπίζει ως προς την επίλυση του διεθνούς προβλήματος εισβολής - κατοχής και εποικισμού, νέες πιο δυσμενείς συνθήκες και ζοφερές προοπτικές.
Στη διαδρομή αυτή των δέκα χρόνων φαίνεται ότι δεν είναι άσχετη η σύνδεση του αποτελέσματος του Δημοψηφίσματος με την αναφορά τότε του κ. Αναστασιάδη, ότι είναι ο ιστορικός του μέλλοντος που θα κρίνει τελικά την ορθότητα του αποτελέσματός του. Τοποθέτηση που καταδείχνει ότι εξακολουθούσε, παρά το συντριπτικό ποσοστό του ΟΧΙ, να αναμένει δικαίωση της δικής του ψήφου, από τον ιστορικό του μέλλοντος.
Οπότε και το ερώτημα τι επιδιώκει, λοιπόν, σήμερα ως Πρόεδρος, κατ’ αντιδιαστολή μάλιστα με όσα εξήγγειλε προεκλογικά: καλύτερη λύση του Κυπριακού και άρα δικαίωση του ΟΧΙ από τον ιστορικό του μέλλοντος, ή λύση δυσμενέστερη που θα δικαίωνε το ΝΑΙ;
Παραμένει κατ’ επέκτασιν άξιον απορίας γιατί το ΔΗΚΟ επέλεξε να συνδράμει στις Προεδρικές Εκλογές του 2013 την επιτυχία της εκλογής του κ. Αναστασιάδη, ενώ γνώριζε καλά ότι, σύμφωνα με τα διαχρονικά έργα και τις τοποθετήσεις τού κ. Αναστασιάδη και γενικά όλου του προηγούμενου πολιτικού βίου του, δεν συνέπεσαν ποτέ με την πολιτική του ΔΗΚΟ. Βέβαια, το σφάλμα αυτής της σύμπλευσης έγινε αντιληπτό σε στάδιο μεταγενέστερο της εκλογικής ανάδειξης του κ. Αναστασιάδη ως Προέδρου.
Όμως η συνέπεια της επιλογής του Προέδρου παραμένει ισχυρή, αφού δεν υπάρχει η αρχή του Ανακλητού. Έτσι, μας προέκυψε για ό,τι αφορά το Κυπριακό η συμφωνία, δυνάμει της οποίας οι διαπραγματευτές των δύο «κοινοτήτων» της Κύπρου απέκτησαν τη δυνατότητα να επικοινωνούν αντίστοιχα και χιαστί με την Αθήνα και την Άγκυρα. Συμφωνία που επιβεβαίωσε ότι η ενοχή της Τουρκίας για την εισβολή, κατοχή, προσφυγοποίηση και εποικισμό ως διεθνές πρόβλημα έπαυσε να εγείρεται.
Αντικαταστάθηκε από μια ενδοκοινοτική διαφορά, με στόχο την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλα, η διευθέτηση αυτή επιτρέπει για πρώτη φορά στους εκπρόσωπους του ψευδοκράτους να επισκέπτονται Βρυξέλλες, ΗΠΑ, Ρωσία κ.λπ., με τη «δύναμη» της ήδη αναγνωρισμένης από την Κύπρο και την Ελλάδα ισότιμης ιδιότητας του εκπροσώπου της μιας των κοινοτήτων. Ακολούθησε μάλιστα και η συμφωνία της 11.2.2014 μεταξύ κ.κ. Αναστασιάδη και Έρογλου, η οποία επιβεβαίωσε από πλευράς μας, για πρώτη φορά, την αναγνώριση δικαιώματος εσωτερικής ιθαγένειας, κυριαρχίας και κατάλοιπου εξουσιών στα συνιστώντα κρατίδια.
Δύο κοινότητες που συνομιλούν για τη δημιουργία ενός νέου κρατικού μορφώματος, με δύο συνιδρυτικά κρατίδια. Κατάσταση που διεύρυνε την αδιαλλαξία της τουρκικής πλευράς, η οποία στα σαράντα χρόνια που διαρκεί η παράνομη εισβολή, δεν προέβη στην όποια υποχώρηση ή παραχώρηση. Γι’ αυτό και στράφηκε τώρα η προσοχή σε μια περιοχή του Βαρωσίου ως ΜΟΕ ή «χρύσωμα» μιας επερχόμενης άδικης και καταστρεπτικής λύσης. Μέτρα που συνήντησαν τη διαχρονική αντίδραση της άλλης πλευράς, ότι είναι, δήθεν, πρόωρο πριν από τη λύση, με την προσθήκη ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό χωρίς ανάλογη, μεγάλη, παραχώρηση της δικής μας πλευράς, υπονοώντας τη νομιμοποίηση του παράνομου αεροδρομίου Τύμπου.
Η Τουρκία, που ξέρει καλά τι από χρόνια επιδιώκει, παρακολουθεί και αναμένει το επόμενό μας σφάλμα. Άλλωστε ήδη πέτυχε, στα δέκα χρόνια που η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ίδια απλή υποψήφια χώρα προς ένταξη, ώστε οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παραμένουν σε πλήρη αδράνεια για ό,τι αφορά τις παραβιάσεις της Τουρκίας, σε βάρος εδάφους και πολιτών της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αντίθετα προς τις θεσμοθετημένες αρχές και αξίες της, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραλείπει (προφανώς επειδή δεν πιέζεται από εμάς) να απαιτήσει από την Τουρκία να τύχει σεβασμού η ακεραιότητα του εδάφους της σ’ ό,τι αφορά το ανατολικό της άκρο. Αντί της οφειλόμενης αλληλεγγύης προς αποτίναξη της παράνομης κατοχής και της έλλειψης από πλευράς της Τουρκίας σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απλώς ομιλεί για λύση που έστω και εάν παραβιάζει το κεκτημένο, θα τη δεχθούν ως πρωτογενές κεκτημένο, γιατί τους αρκεί η δική μας αποδοχή αυτοκαταστροφής.
Δέκα χρόνια μετά, η εντολή εκείνη του κυρίαρχου λαού δεν έχει προωθηθεί κατά τρόπο σαφή και διεκδικητικό. Η ηγεσία του τόπου δεν πέτυχε να καταστεί σκυταλοδρόμος της εντολής του Δημοψηφίσματος. Οφείλει, λοιπόν, ο ίδιος ο κυρίαρχος λαός, κατά τη φιλοπατρία του και την ιστορική του μνήμη, να αναλάβει και πάλιν το έργο διάσωσης, μακριά και έξω από συμφωνίες τύπου Μαΐου 2008 και του Φεβράρη 2014.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Μέλος Συμμαχίας Πολιτών




