Στέκει ακόμη εκεί σε κάποια γειτονιά της πόλης, σε χρόνους που ανέμιζαν σαν τον αέρα της άνοιξης
Κάθε γειτονιά είναι αρχέτυπο. Η δική μου, φτιαγμένη από θαμπή πραγματικότητα και στιλβωμένη φαντασία. Την ανακαλώ στη μνήμη οσάκις την έχω ανάγκη. Την ανακαλώ και άξαφνα αναπηδούν μέσα μου μικρά, πλινθά σπιτάκια, δρόμοι της εφηβείας μου πρωτόπειροι, άνθρωποι λιοκαμένοι του μεροκάματου και της φτώχιας. Απ’ τα δαιδαλώδη μονοπάτια της θύμησης διακρίνω κάποιους. Περπατούν ακόμη στα βάθη του υποσυνείδητου, αλλοιωμένοι, αχαμνοί, ξεθωριασμένοι. Ένας που βαστούσε από μέρη μακρινά, της Ανατολής, όπου ο ήλιος έκανε τους ανθρώπους μελαψούς.
Βρέθηκε να κατοικεί στη γειτονιά και να αγωνίζεται για τον επιούσιο. Η σκέψη του κλωθογύριζε συνεχώς στη μιζέρια της καθημερινότητας. Δεν είχε ευχέρεια χρήματος -αυτό άλλωστε χαρακτήριζε όλους- και βλέποντας τις διακρίσεις που έφερνε ο πλούτος και η φτώχια στην πόλη, κάθε τόσο έβραζε από το κάχρι του. «Να βγούμε στους δρόμους να φωνάξουμε για το καρβέλι μας», έλεγε. «Να κάνουμε πορείες, να φέρουμε τα πάνω-κάτω». Και το στήθος του γέμιζε ορμή και επαναστατικότητα.
Στο σκηνικό πρόσθεσε και την εξάρτηση από το ποτό. Άντρες γεροδεμένοι με φαμίλια, που πάλευαν να σταθούν με το γλίσχρο μεροκάματο, τα βράδια φλερτάριζαν στους καφενέδες με κονιάκ ή κρασί. Ζητούσαν μέσα απ’ αυτά να σβήσουν αγωνίες για το αύριο. Μα αυτά στο τέλος τους ξελόγιαζαν, τους έφερναν ευθυμία, ανάκατη με πράξεις που δεν ελέγχονταν. Και τότε σερνόμενους τους κουβαλούσαν στα σπίτια τους γυναίκες ή παιδιά. Ψηφίδα στο μωσαϊκό του μικρόκοσμού μου και το περιθώριο, ο ηθικά κλονισμένος βίος. Νεαρές, σαν τα κρύα νερά, κυνηγημένες απ’ τη μοίρα, στόχος των επιτήδειων του είδους. Φτώχια και έλλειψη καθοδήγησης τα αίτια.
Κάπως ευκρινέστερα ξεδιαλύνω την εκκλησιά και τους παπάδες? ο ένας γηραιός και ο άλλος νεότερος, πόλοι έλξης για τους θρησκευόμενους. Στο πανηγύρι του Αϊ-Νικόλα οι μικροπωλητές, κάποιες φορές με βροχές και κάποιες με λιακάδα, να μαζεύονται και να πωλούν τις πραμάτειες τους. Καλύβες στημένες στον δρόμο, σκηνικό μιας πρόχειρης παιχνιδούπολης, λίαν επιθυμητής, αναμενόμενης. Πιο πάνω απ’ όλους όμως η μορφή του πατέρα μου. Δουλευταράς, μα και άνθρωπος του κόσμου, γλεντζές, χουβαρντάς. Κανταδόρος στο άρμα με το καπέλο και την κιθάρα παραμάσκαλα, ψάχνοντας για λίγη περιπέτεια και λίγη δόξα. Ολίγον εραστής του ποτού, φίλος μανιώδης της θαλάσσης και του ωραίου, με μιαν αρχοντιά στην καλοσύνη, που ίσως σήμερα ακούγεται ως απίστευτη.
Άλλες εποχές? άνθρωποι να διαλαλούν έφιπποι τις πραμάτειες τους -η Μαρτού με το γαϊδουράκι της να εμφανίζεται από το πουθενά κάθε δυο-τρεις μέρες, να ξεπεζεύει έξω από φτωχικά για να πωλήσει τα πωρικά της- το σινί με τα ψητά να μεταφέρεται στον φούρνο της γειτονιάς και ο αγέρας να μοσχομυρίζει Κυριακή? η γέρικη φωνή του κουλουρά, που κυλούσε το αμαξάκι του ώρες πρωινές στην οδό Ομήρου -γράφε ονείρων- με όλα τα καλούδια, ταχινόπιτες, κουλούρια, και ό,τι φτιάχνεται από τυρί? καβγάδες μεταξύ γειτόνων - ομηρικοί ενίοτε- ζεστές υψικάμινες μέρες, παιχνίδια με το τσουβάλι μέσα στα σπαρμένα χωράφια του Παρέα ή με τις σβούρες του τεχνίτη της πιο πάνω γειτονιάς? μασκαρέματα στον καιρό φτιαγμένα με τα ρούχα της γιαγιάς, ατέλειωτες κουβέντες κάτω από τα φανάρια των δρόμων, φαντασίες, φοβίες και όνειρα της πρώτης νεότητας.
…Όλα αυτά τα πρόσωπα και οι εμπειρίες έφτιαξαν για μένα μια εικονική βιβλιοθήκη. Και κάθε τόσο προστρέχω σ’ αυτήν για να αντλήσω διδάγματα, εφόδια απαραίτητα για την πορεία μου.
Δεν ξέρω αν είμαι προσεκτικός αναγνώστης της. Πάντως είναι εκεί η βιβλιοθήκη ετούτη. Και κάθε που χάνω τον δρόμο και μπερδεύομαι, έρχονται μπροστά μου όλες αυτές οι σκιές με τα κείμενα που μου υποβάλανε. Του επαναστάτη γείτονα να μου εμπνέει συμπάθεια έναντι των φτωχών και καταφρονεμένων, του «περιθωρίου» με όλη του την εκπροσώπηση να μου υποδεικνύει σεβασμό στα πρόσωπα που ξέπεσαν, της εξάρτησης να μου υπενθυμίζει τους καλοσυνάτους τρικλίζοντες, του πατέρα για τις χαρές στα μικρά και στα ασήμαντα. Αυτό είναι το βιβλιοπωλείο μου. Στέκει ακόμη εκεί σε κάποια γειτονιά της πόλης, σε χρόνους που ανέμιζαν σαν τον αέρα της άνοιξης.
ΑΛΕΞΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Διευθυντής στο Γυμνάσιο Καλογερόπουλου




