Τα χρήματα που διαχειρίζεται το κράτος είναι απόσταγμα του ιδρώτα του λαού και ο λαός έχει το δικαίωμα να γνωρίζει την αλήθεια
Κάθε απόπειρα για κατάσχεση κυβερνητικής περιουσίας γίνεται το θέμα της ημέρας, με πρωτοσέλιδες φωτογραφίες και ρεπορτάζ. Τα διάφορα σχόλια και κουτσομπολιά δίδουν και παίρνουν. Ο καθένας μας βλέπει την εικόνα που θέλει να δει. Μπορεί να γελάσει, να κλάψει, να κοροϊδέψει, να θυμώσει, να συγχυστεί κ.τ.λ. Όπως και να ΄χει, το θέμα δίδει κάποιο χρώμα στη ρουτίνα της ταλαιπωρημένης μας ζωής.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Κάποιος που αδικείται από το κράτος προσφεύγει στη Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη, αφού τον δικαιώσει, καλεί το κράτος να τον αποζημιώσει. Και το πρόβλημα αρχίζει, εάν το κράτος καθυστερήσει να του καταβάλει την αποζημίωση. Συνήθως, όσο πιο μεγάλη είναι η αποζημίωση ή η οικονομική ανάγκη του αδικημένου, τόσο πιο πολύ αυτός ενοχλείται από την καθυστέρηση. Χάνει την υπομονή του, εξοργίζεται (ιδιαίτερα όταν αντιληφθεί ότι το κράτος τον κοροϊδεύει), και προχωρεί, με νόμιμες διαδικασίες, για να εισπράξει την αποζημίωσή του.
Στο πρώτο διάβημα, περιλαμβάνονται και οι διαδικασίες για κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας του οφειλέτη. Αυτό έγινε και στην πρόσφατη γνωστή περίπτωση του πολίτη που διεκδίκησε την αποζημίωσή του (εννέα εκατομμυρίων ευρώ) από το κράτος. Ο άνθρωπος προχώρησε με την κατάσχεση του επισήμου αυτοκινήτου του Γεν. Εισαγγελέα (που είναι περιουσιακό στοιχείο του κράτους), το οποίο ο Γεν. Εισαγγελέας ευγενώς παρέδωσε. Εάν τα γεγονότα είναι αυτά που γνωστοποιήθηκαν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ίσως και εμείς να δρούσαμε με τον ίδιο τρόπο, αν βρισκόμασταν στη θέση του πολίτη αυτού. Πιθανότατα και το κράτος, εάν κάποιος του χρωστούσε ένα μεγάλο ποσό, να προέβαινε σε κατάσχεση και πώληση του αυτοκινήτου του χρεώστη. Λογικά, έτσι λειτουργούν οι αρχές της αμοιβαιότητας και της ισότητας, που είναι και αρχές της Δικαιοσύνης.
Η μετέπειτα απόπειρα κατάσχεσης πινάκων τέχνης από κρατική πινακοθήκη είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Εδώ δεν πρόκειται για μιαν απλή κρατική περιουσία, αλλά για έναν εθνικό πλούτο που είναι η κουλτούρα μας και η ιστορίας μας. Και ορθώς έπραξε ο Γεν. Εισαγγελέας, όταν δεν δέχθηκε την κατάσχεσή τους. Η νομοθεσία μας, όπως και επίσημα δηλώθηκε, φαίνεται να χρειάζεται τροποποιήσεις ή διευκρινίσεις.
Πέραν όμως από τις αρχές της Δικαιοσύνης, υπάρχουν και λογικά ερωτήματα: Γιατί π.χ., στη συγκεκριμένη περίπτωση, έγινε η πρώτη απαλλοτρίωση και γιατί εγκαταλείφθηκε, γιατί έγινε η δεύτερη απαλλοτρίωση, και γιατί εγκαταλείφθηκε και αυτή; Και βεβαίως, γιατί αφέθηκε το αρχικό ποσό της οφειλής του ενός εκατομμυρίου ευρώ να φτάσει τα εννέα; Ο λαός ζητά λογικές εξηγήσεις για όλα αυτά. Τα χρήματα που διαχειρίζεται το κράτος είναι απόσταγμα του ιδρώτα του λαού και ο λαός έχει το δικαίωμα να γνωρίζει την αλήθεια.
Σ’ αυτά τα ερωτήματα είναι που πρέπει να επικεντρωθεί το κράτος και όχι να επιτίθεται στον ταλαίπωρο πολίτη, επειδή προέβη σε κατάσχεση ενός αυτοκινήτου. Όμως διερωτώμαι, κατά πόσο μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο πως μερικοί από τους κυβερνώντες παρεμβαίνουν εσκεμμένα, για να στρέψουν αλλού την προσοχή του κοινού καθότι, με τις εξηγήσεις που θα δοθούν, ενδεχομένως να τους ζητηθεί να λογοδοτήσουν για πιθανές ατασθαλίες.
ΑΓΑΜΕΝΝΩN ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Πολιτικός Επιστήμονας και Νομικός




