Η απόρριψη της πρότασης νόμου για προστασία της κύριας κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του απλού λαού, που τελικά θα κληθεί ακόμα μια φορά να πληρώσει ένα βαρύ τίμημα

Η όλη συζήτηση για την προστασία της πρώτης κατοικίας θυμίζει την ιστορία του βοσκού του ψεύτη. Ο οποίος, τελικά, με τα ψέματά του κατάφερε να του φάνε οι λύκοι τα πρόβατά του. Στην πολιτική τα φτιαχτά διλήμματα συνήθως οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις. Για έναν απλούστατο λόγο: Η αλήθεια ποτέ δεν είναι ή μαύρη ή άσπρη. Η αλήθεια, όπως και η πραγματικότητα, έχει χρώμα. Τα φτιαχτά διλήμματα αποκλείουν εξ ορισμού τη σύνθεση, που στην πολιτική είναι προϋπόθεση για τις σωστές αποφάσεις.

Τον τελευταίο καιρό, η κυπριακή Βουλή καλείται συνεχώς να πάρει σοβαρές για το τόπο αποφάσεις, αντιμέτωπη με το ίδιο επαναλαμβανόμενο εκβιαστικό δίλημμα: Ή εγκρίνετε το 1,8 δις για τη Λαϊκή, ή καταστρέφεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας. Ή εγκρίνετε το Μνημόνιο, ή πάλιν καταστρέφεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το ίδιο και με τις ιδιωτικοποιήσεις, το ίδιο και με μια σειρά από αντιλαϊκά μνημονικά νομοσχέδια και φόρους.

Αυτήν τη συνταγή επιχειρεί ακόμα μια φορά να χρησιμοποιήσει η Κυβέρνηση και για την περίπτωση της πρότασης νόμου για την προστασία της κύριας κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης. Το δίλημμα αυτήν τη φορά είναι: αν η Βουλή εγκρίνει την πρόταση, αυτό θα οδηγήσει σε περαιτέρω κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών και των συνεργατικών (κάτι που παραπέμπει σε νέο κούρεμα καταθέσεων), δεν θα ξαναδοθούν οικιστικά δάνεια, δεν θα έλθουν ξένες επενδύσεις, και ούτω καθ’ εξής. Την ίδια όμως στιγμή, η Κυβέρνηση αναιρεί αυτά τα επιχειρήματα για την επερχόμενη καταστροφή, όταν υπόσχεται στους πολίτες ότι θα φέρει το «δικό» της νομοσχέδιο, που θα προστατεύσει την πρώτη κατοικία…

Η πρόταση νόμου, που καλείται η Βουλή να ψηφίσει την ερχόμενη Πέμπτη, είναι ένα νομοθέτημα που στοχεύει στην παροχή μιας αυτονόητης προστασίας στους Κύπριους οικογενειάρχες, οι οποίοι έχουν καταστραφεί οικονομικά από την κρίση για την οποία άλλοι ευθύνονται. Στοχεύει στην προστασία έναντι του πραγματικού κινδύνου που δημιούργησε η κρίση και οι πρόνοιες του Μνημονίου να εκποιηθούν τα σπίτια και τα επαγγελματικά υποστατικά χιλιάδων πολιτών. Φανταστείτε τι θα συμβεί την πρώτη φορά που ένας δικαστικός επιδότης θα επιχειρήσει να εκδιώξει μια οικογένεια από το σπίτι της. Μια τέτοια εξέλιξη απλώς δεν μπορεί να μην εμποδιστεί, γιατί σε ενάντια περίπτωση θα οδηγήσει σε μια κοινωνική έκρηξη, με απρόβλεπτες συνέπειες για την κοινωνία και την οικονομία της Κύπρου. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που πρέπει να ψηφιστεί η νομοθεσία αυτή.

Η πρόταση νόμου είναι στοχευμένη και έχει όλες τις επιβαλλόμενες ασφαλιστικές δικλίδες. Υπάρχουν μετρήσιμα κριτήρια, που καθορίζουν τι θα προστατεύεται και τι δεν θα προστατεύεται. Η πρόταση νόμου παρέχει προστασία έναντι του κινδύνου εκποίησης μιας οικογενειακής κατοικίας μέσης αξίας και όχι της οποιασδήποτε πολυτελούς κατοικίας. Παρέχει προστασία της επαγγελματικής στέγης μιας μικρής επιχείρησης, που απασχολεί μέχρι 10 άτομα. Ταυτόχρονα, η πρόταση νόμου προστατεύει επαρκώς τις τράπεζες, γιατί δεν διαγράφει κανένα χρέος.

Πέραν τούτου, έχει πρόνοιες που δεν επιτρέπουν σε κανένα δανειολήπτη που έχει περιουσία ή εισοδήματα που να του παρέχουν τη δυνατότητα να αποπληρώνει τα δάνειά του να κρυφτεί πίσω από τη νομοθεσία αυτή. Μόνο όσοι δανειολήπτες αποδεδειγμένα δεν έχουν, λόγω κρίσης, τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουν δάνεια που συνήψαν πριν από την κρίση, θα μπορούν να αξιοποιήσουν τον νόμο. Και ακόμα γι' αυτούς, απαιτείται να αποδείξουν στο δικαστήριο ότι έχουν εξαντλήσει όλα τα εξωδικαστικά μέσα γι' αναδιάρθρωση και διακανονισμό των δανείων τους με τα πιστωτικά τους ιδρύματα.

Η πρόταση νόμου, στοχεύοντας στην αποφυγή του κοινωνικού κινδύνου της δημιουργίας αστέγων, σίγουρα δεν μπορεί να αγνοεί και τις οικονομικές παρενέργειες που θα έχει πάνω στα πιστωτικά ιδρύματα. Απλώς είναι ζήτημα επιλογής και αποφυγής του μείζονος κινδύνου. Το σίγουρο είναι ότι η πιο σημαντική επίπτωση πάνω στις τράπεζες από τη νομοθεσία, αν εγκριθεί, θα είναι η πίεση να προσπαθήσουν να εισπράξουν τα 6 δις που τους οφείλουν οι μεγαλοοφειλέτες τους, για να καλύψουν τα όποια κενά δημιουργηθούν. Αυτός όμως δεν είναι λόγος για να απορριφθεί η πρόταση. Η απόρριψη της πρότασης νόμου για προστασία της κύριας κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του απλού λαού, που τελικά θα κληθεί ακόμα μια φορά να πληρώσει ένα βαρύ τίμημα. Πολύ βαρύ όμως αυτήν τη φορά.

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ
Βουλευτής Κ.Σ. ΕΔΕΚ