Δέκα χρόνια αργότερα, παρατηρείται έντονο κλίμα απογοήτευσης από τους Κυπρίους πολίτες προς τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., ιδίως μετά τον βεβιασμένο τρόπο που χρησιμοποιήθηκε για τη διάσωση της οικονομίας
Η πορεία ένταξης της Κύπρου στην Ενωμένη Ευρώπη, χρονοβόρα και δύσκολη. Οι σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση χρονολογούνται από το 1972, όταν συνήφθη η πρώτη συμφωνία σύνδεσης με την τότε ΕΟΚ, κι απ' εκεί και έπειτα οι σχέσεις αυτές ήταν κυρίως εμπορικές. Το 1990 γίνεται η υποβολή αίτησης ένταξης και η ευρωπαϊκή πορεία του νησιού αναβαθμίζεται σταδιακά μέχρι και την 1η Μαΐου του 2004, οπότε η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε επισήμως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Γιώργος Βασιλείου χαιρετίζει την είσοδο της Κύπρου στους κύκλους της Ενωμένης Ευρώπης, τονίζοντας: «H ένταξη της Kυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το σημαντικότερο γεγονός από την ίδρυση της Δημοκρατίας, το 1960. Επιτέλους, το καράβι της Κύπρου έφτασε στον ασφαλή προορισμό του».
Το καράβι της Κύπρου, δέκα χρόνια μετά, πιστώνει θετικές αλλά και αρνητικές συνέπειες της διαχείρισής του από αυτόν τον πολυπόθητο «ασφαλή» προορισμό. Κατά κύριο λόγο, η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά τα τετελεσμένα που δημιούργησε η τουρκική εισβολή και η ρήξη των σχέσεών της με την Τουρκία, κατάφερε γι' ακόμα μια φορά να διασφαλίσει την de jure κυριαρχία της σε όλη την επικράτεια του νησιού, δίνοντας ώθηση στην εξωτερική της πολιτική, αυτήν τη φορά υπό τη σκεπή της ευρωπαϊκής οικογένειας. Η Κύπρος φαίνεται να επιτυγχάνει πολιτικά έναν άθλο, λαμβάνοντας κανείς υπόψη τις έντονες πιέσεις που ασκούσε η Τουρκία γι' αποφυγή της ένταξης της χώρας στα ευρωπαϊκά σαλόνια, κάτι που ίσως θα της κόστιζε στο μέλλον.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ωραιοποίηση της κατάστασης από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς αρχηγούς, δημιούργησε ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες για το ευρωπαϊκό μέλλον της Κύπρου. Η κύρια πεποίθηση του λαού, ότι με την είσοδο της χώρας στην Ε.Ε. το κυπριακό πρόβλημα θα βρει τέλος, καταρρίπτεται. Η Ευρώπη στην πραγματικότητα δεν υιοθέτησε ποτέ το Κυπριακό ως ένα ευρωπαϊκό ζήτημα, αλλά αντ' αυτού επικεντρώθηκε στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, ανοίγοντας ένα-ένα τα ενταξιακά της κεφάλαια, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το γεγονός ότι, μια χώρα υπό ένταξη, δεν αναγνωρίζει ένα πλήρες μέλος της οικογένειάς της. Όπως χαρακτηριστικά εξάλλου αναφέρεται σε έκθεση της Επιτροπής Ευρωπαϊκής Ένωσης της βρετανικής Βουλής των Λόρδων: «Η Ε.Ε. διέπραξε ένα βασικό λάθος, να επιτρέψει σε ένα διαιρεμένο νησί να ενταχθεί στην Ε.Ε. πριν από την εξεύρεση λύσης».
Στην οικονομία δε, η ένταξη της Κύπρου στην ενιαία αγορά επέφερε επιπτώσεις χωρίς προηγούμενο. Παρόλο που η οικονομική κρίση στη χώρα πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό από την κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα, προβλήματα άρχισαν να παρουσιάζονται από την αλόγιστη έλευση Ευρωπαίων υπηκόων από χώρες με χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο για εξεύρεση εργασίας, καθώς και στο φαινόμενο του κλεισίματος μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ομολογουμένως, οι δύο σημαντικότεροι πυλώνες της κυπριακής οικονομίας, ο τουριστικός και ο κατασκευαστικός τομέας, «απέβαλαν» χιλιάδες Κυπρίους εργαζομένους έναντι ξένου φτηνού εργατικού δυναμικού, γεγονός που συνέβαλε στην εκρηκτική αύξηση της ανεργίας. Παράλληλα, η ελεύθερη διακίνηση αγαθών εντός Ε.Ε. επηρέασε μάλλον αρνητικά τις ντόπιες γεωργικές επιχειρήσεις, οι οποίες, μη μπορώντας να ανταγωνιστούν τους ευρωπαϊκούς κολοσσούς, έβαλαν λουκέτο. Οι συνέπειες ήταν να μειωθεί η παραγωγικότητα της χώρας, δηλαδή λιγότερες εξαγωγές εν συγκρίσει με τις εισαγωγές, οι οποίες αυξάνονται σημαντικά.
Η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. όντως αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτικό επίτευγμα από την ίδρυση της Δημοκρατίας, εντούτοις, μερίδιο ευθύνης για τη στασιμότητα στο κυπριακό πρόβλημα, αλλά και την κακή διαχείριση της οικονομίας-μεταναστευτικής πολιτικής επωμίζεται, σαφώς, και η ίδια η χώρα. Στο μεν Κυπριακό θεωρήσαμε ότι μπορεί να υπάρξει συμφωνία χωρίς την εμπλοκή άλλων ομάδων, πλην Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ενώ την οικονομία, δε, αφήσαμε ξέφραγο αμπέλι, χωρίς να προβάλουμε τις όποιες αντισταθμιστικές ρυθμίσεις ένεκα της ιδιομορφίας της.
Δέκα χρόνια αργότερα, παρατηρείται έντονο κλίμα απογοήτευσης από τους Κυπρίους πολίτες προς τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., ιδίως μετά τον βεβιασμένο τρόπο που χρησιμοποιήθηκε για τη διάσωση της οικονομίας τον Μάρτιο του περασμένου έτους. Κλίμα απογοήτευσης και αδιαφορίας όμως για την Ε.Ε., ως προς το σύνολό της, πηγάζει από τις πλείστες χώρες μέλη, κάτι που πρέπει να προβληματίσει έντονα τους ανώτερους Ευρωπαίους πολιτικούς αρχηγούς.
ΦΡΙΞΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Φοιτητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Sheffield
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




