«Να ρυθμίσουμε τα πανιά του ιστιοφόρου μας, για να γίνει ο άνεμος ούριος και να φτάσουμε στα σίγουρα στο απάνεμο λιμάνι των προσδοκιών μας…»

Ήταν απόγευμα. Ώρα για ένα Νες ή ένα ζεστό σνάκ. Είχε ανάγκη από ξεκούραση, μετά τον κάματο του πρωινού. Κάθισε στη βελούδινη πολυθρόνα. Άθελά του, βυθίστηκε στις σκέψεις του. Στο πρόσωπό του φάνηκε καθαρά ένα συνοφρύωμα. Μια κατήφεια ζωγραφίστηκε στο μέτωπό του. Στα σίγουρα κάτι τον απασχολεί. Κάτι απρόσκλητο ήρθε και θρονιάστηκε στο μυαλό του. Θες η κούραση του οκταώρου, το πρωινό στο σχολείο, θες οι επικείμενες εξετάσεις των G.C.E. στα Μαθηματικά S1 και S2 και το I.G.C.S.E. των Αγγλικών, τον γέμισαν ακεφιά. Oι εξετάσεις των ιταλικών PLIDA βρίσκονται σε καλό δρόμο, για τούτο και δεν ανησυχεί.
Άπλωσε το χέρι του, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει και άνοιξε το ραδιόφωνο που ήταν δίπλα του, στο μικρό στρογγυλό τραπεζάκι, που το στόλιζε ένα βάζο με ολόφρεσκα τριαντάφυλλα. Γρήγορα όμως το έκλεισε, γιατί δεν είχε κάτι να του αλλάξει τη διάθεση. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και το ζάπινγκ στην ψηφιακή Πανασόνικ. Το σερφάρισμα στο διαδίκτυο τον άφηνε αδιάφορο.

Μόλις αποδεσμεύτηκε από τη σύγχρονη τεχνολογία, ο νους του καθάρισε. Θυμήθηκε το κείμενο των Νέων Ελληνικών, που τους ανέλυσε με περισσή καθαρότητα σκέψης και πολύ εύστοχα η καθηγήτρια χθες στην τάξη. Ήταν ένα κείμενο του Χρίστου Μαλεβίτση. «Ζούμε», έλεγε, «στην εποχή του κατακλυσμού του λόγου. Του κενού λόγου, του άρριζου, του άσκεπτου, του περιττού, του εφήμερου, του θνησιγενούς. Κατεκλύσθη η Γη από το έντυπο χαρτί και ο ουρανός από τα μανιασμένα κύματα των ερτζιανών μηνυμάτων. Από ακατάσχετη λογοκοπία. Και έτσι, λησμονήθηκε παντελώς, πως ο λόγος είναι το ακριβό άνθος της σιωπής. Πως ο λόγος είναι η φανέρωση της προαιώνιας νοσταλγίας του απόλυτου. Ο σταλαγμός μύρου, που πέφτει στο τάσι της ψυχής και την αφυπνίζει προς τον μέγα ξυπνημό. Ο λόγος ανήκει στον χρόνο, η σιωπή στην αιωνιότητα».

Το πρόσωπό του έλαμψε. Αυτό είναι. Έχει δίκαιο ο δοκιμιογράφος. Το γέμισμα της ψυχής, η ευδιαθεσία, η όρεξη για δράση και δημιουργία, δεν εξαρτώνται από το τι σου σερβίρει η πρόχειρη και ρηχή παραφιλολογία, ή τα Μ.Μ.Ε. με τα ανούσια, πολλές φορές, Ελληνικά ή και ξένα σίριαλ, που σου δίνουν την εντύπωση πως τα πήραν από κάποια δημοπρασία ή τα πέτυχαν στις εκπτώσεις, ούτε βέβαια και η ποιότητα των φαγητών που προσφέρονται από τα Fast Food.

Η ζωή θέλει χρώμα. Δουλειά και δράση. Νόημα και όραμα. Φαντασία και υπευθυνότητα. Πρέπει να κινείται στα δικά της όρια, και σε εύκρατο κλίμα. Έξω από αυτά δεν ανθοβολεί. Το ψάρι δεν ζει στη στεριά, ούτε και ο ανθός στην αμμουδιά. Η ζωή μεγαλουργεί, όταν κινείται ανάμεσα στο «αριστεύειν» και στο «μεγαλουργείν». Εδώ, εκπτώσεις δεν επιτρέπονται. Διά νόμου απαγορεύονται.

Τώρα που είπα «το αριστεύειν», θυμήθηκα τον Όμηρο. Εκείνος το είπε. «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων». Το ξέρω, το μάθαμε στην Ιλιάδα. Άνοιξα τον Μπαμπινιώτη για να με βοηθήσει να καταλάβω σωστά το νόημά του. Είναι, βλέπετε, στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, που είναι ακατανόητη για μένα. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα αποφάσισε, χωρίς εμάς, να μας στερήσει αυτήν τη γνώση. Ας είναι. Ευτυχώς που έχουμε και τα λεξικά. Διαβάζω από εκεί τη μετάφραση. «Πάντα πρέπει να αριστεύεις και να υπερέχεις, να διακρίνεσαι από όλους τους άλλους». Αυτή η προτροπή ήταν η παραγγελιά του Ιππόλοχου στον γιο του Γλαύκο. Στόχος του ήταν να του εμπνεύσει την ανδρεία και τη μεγαλοψυχία.

Η ψυχή του ηρέμησε. Το πρόσωπό του πήρε το φωτεινό χρώμα της αισιοδοξίας. Η απόφαση πάρθηκε. Θα ανέβω στο Έβερεστ. Το θέλω, το μπορώ. Θα το κατακτήσω. Εκεί είναι η θέση μου.
Να, τώρα το θυμήθηκα. Διάβασα τις προάλλες στο ημερολόγιο που έχω στο γραφείο μου μια πολύ καλή σκέψη, που πάει γάντι με την περίπτωση. «Δεν μπορούμε ασφαλώς να στρέψουμε την πνοή του ανέμου στην κατεύθυνση που εμείς θέλουμε. Αυτός υπακούει στις προσταγές του Αιόλου, ποτέ στη δική μας θέληση. Μπορούμε, όμως, να κάνουμε κάτι άλλο. Να ρυθμίσουμε τα πανιά του ιστιοφόρου μας, για να γίνει ο άνεμος ούριος και να φτάσουμε στα σίγουρα στο απάνεμο λιμάνι των προσδοκιών μας». Όλοι μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Το πρόβλημα εδώ είναι άλλο. Το θέλουμε; Ο Τάσος Μητσόπουλος το ήθελε και το μετέβαλε σε πράξη ζωής. Τώρα είναι η σειρά μας. Εμείς το θέλουμε;

ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Διευθυντής Κέντρου Κοινωνικής και Πνευματικής Στήριξης Ι.Μ.Κ.