Σήκωσε στους ώμους σου την πίκρα σου, άσε τον πόνο σου να κάνει τη δουλειά του, κάποτε θα συνηθίσεις να ζεις μαζί του, σαν να ’χεις ένα αγκάθι στην καρδιά σου, σαν συντροφιά κι αυτό
Τόσο νωρίς και για σένα η ώρα η δωδεκάτη, κορίτσι με τ’ ολόγλυκο χαμόγελο, φύτρα γονιού που τίμησε το σινάφι του όπως κι εσύ με τη σειρά σου. Η γη ρουφάει αυτήν την ώρα τα όνειρά σου, το φως και τη ζεστασιά της ζωής σου, που σε τύλιγαν με το χαμόγελο του Τάσου κι έκαναν τα λακκάκια στα μάγουλά σου να χώνονται βαθιά ώς την καρδιά σου. Η πληρότητα στον έρωτα πρώτα, στη δυνατή αγάπη ύστερα, στη συντροφικότητα, στον σεβασμό, στην περηφάνια του ενός για τον άλλον. Άδικο που σου τα στερεί η ζωή. Άδικο που σε κάνει να θες να φωνάξεις με όση δύναμη μπορείς «τον χρειαζόμουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εσύ, Ύψιστε». Όχι, δεν είναι βλασφημία, παράπονο στ’ ανθρώπινα τα μέτρα είναι, στον Πατέρα, τον ρυθμιστή της ζωής μας.
«Ήταν καλός, ήταν γλυκός, είχε τις χάρες όλες». Λίγον καιρό σου χαρίστηκαν, μα τα όσα ευλογήθηκες φτάνουν και περισσεύουν για να τα γευτούν χιλιάδες γυναίκες που δεν τ’ αξιώθηκαν. Ξέρω, δεν είναι ώρα, μα στο λέω, και πίστεψέ με: δεν θα ’σαι πάντα έτσι. Όταν το καυτό σίδερο που πλακώνει το στήθος σου δεν θα πονάει τόσο, σαν έρχεται μπροστά σου το χαμόγελό του, όταν στο ξύπνημα δεν θα σε κεντάει τόσο αφόρητα η απουσία του στο ατσαλάκωτο σεντόνι δίπλα σου, τότε θ’ αντικρίσεις κατάφατσα τη μοίρα σου και θα της πεις: «Εδώ είμαι». Τότε, θα έχεις νικήσει την υποσυνείδητη οργή σου για το βάρος που σου αφήνει το φευγιό του. Και θ’ ανασκουμπωθείς ν’ αναστήσεις τη Χαρά σου και τον Άρη σου, να στηρίξεις τον φαρμακωμένο πατέρα του Τάσου, καθώς θα τα ’θελε εκείνος. Ύστερα θα νιώσεις να σε συντροφεύει γλυκά σαν ψάχνεις στ’ αστεράκια το χαμόγελό του. Θα σου δίνει δύναμη ν’ αντέξεις τη μοναξιά της επόμενης μέρας (που θα ’ρθει κι αυτή) όταν όλοι νιώσουν πως έκαναν το χρέος τους κι όσοι δεν θ’ αντέχουν τον πόνο σου από φόβο μην τον ζήσουν οι ίδιοι, θα ’χουν λακίσει.
Και μην τρομάξεις την πρώτη μέρα που θα μείνεις μόνη πια, όταν η ζωή θα ’χει πάρει τον δρόμο της (και θα τον πάρει πολύ γρήγορα, ξέρεις). Τότε θα τον νιώσεις πιο πολύ κοντά σου. Τότε οι στιγμές σας -οι δικές σας μοναδικές στιγμές- θα σε χαϊδεύουν γλυκά σαν να ’ταν τα χέρια του, θα σου ανακατεύουν τα μαλλιά, θα σου κλείνουν πονηρά το μάτι στο κάθε πείραγμά του που θα ζωντανεύει μπροστά σου. Θα σε στηρίζει στο κάθε βήμα που θα θέλατε να κάνατε πάντα μαζί, θα σου ζεσταίνει τις πατούσες σε κάθε κόκκο άμμου που θα δεχόταν ένα βήμα σας. Θα σε τυλίγει σαν παλιό ζεστό παλτό τα κρύα βράδια. Θα σε δροσίζει σαν αεράκι τις καυτές ημέρες και τις υγρές νύκτες της Λάρνακας. Και θα ’ναι πλάι σου στον αγώνα και στις χαρές των παιδιών σας. Ποιος λέει ότι θα τις ζήσεις μόνη; Πάντα συντροφεμένη θα ’σαι απ’ τη σκιά του, χωρίς μάλιστα τις δύσκολες στιγμές και τις πίκρες της καθημερινότητας.
Σκληρή μοίρα και για σένα, Κατερίνα μου. Μα την έζησαν κι άλλες με πιο λίγες δυνάμεις και πιο λίγο προικισμένες, και τα κατάφεραν στην παλαίστρα που τις έριξε η ζωή. Εσύ δεν θα τα καταφέρεις; Όχι δα! Τυχαία λες σου άφησε ο Τάσος τέτοια αποστολή; Σίγουρος ήταν, ήξερε. Σήκωσε λοιπόν στους ώμους σου την πίκρα σου, άσε τον πόνο σου να κάνει τη δουλειά του, κάποτε θα συνηθίσεις να ζεις μαζί του, σαν να ’χεις ένα αγκάθι στην καρδιά σου, σαν συντροφιά κι αυτό. Πάλεψε για όσα ονειρευτήκατε μαζί. Τα λακκάκια θα ξαναφανούν στα μάγουλά σου κι εκείνος από ψηλά θα σε καμαρώσει γι’ άλλη μια φορά, όταν θα μπορείς να νιώθεις με λιγότερο πόνο την αγάπη του να σε τυλίγει. Τότε ο ήλιος θ’ ανατείλει ξανά κι ας μην είναι το ίδιο λαμπερός, ήλιος θα ’ναι πάλι. Καλημέρα, Κατερίνα!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




