Φαίνεται καθαρά ότι θα πρέπει συνεχώς να διεκδικούμε τα δίκαια και τα δικαιώματά μας. Ποτέ δεν ικανοποιούνται αυτόματα
Παρά τη συμπάθειά μας προς τον ουκρανικό λαό για τα τεκταινόμενα στη χώρα του, η σκέψη μας όλο και περιστρέφεται γύρω από τις συνέπειες, που μπορεί να έχουν στον τόπο μας. Είναι μια ευκαιρία να διεκδικήσουμε τα δίκαιά μας από τους Δυτικούς συνεταίρους μας, οι οποίοι κόπτονται για την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της χώρας αυτής. Δεν ξέρω ποια ήταν η στάση του Προέδρου Αναστασιάδη στη Σύνοδο Κορυφής. Είναι μια ευκαιρία, προτού δώσει τη συγκατάθεσή του στα οιαδήποτε μέτρα, να θέσει επιτακτικά τα διλήμματα της Κύπρου λόγω της παράνομης κατοχής του 37% του εδάφους της από την Τουρκία.
Τα δύο μέτρα της Ε.Ε. και των συμμάχων της δεν συνάδουν με τη διεθνή τάξη που επιδιώκουμε. Η πρόοδος με την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. οφείλεται στη στάση που κατά καιρούς τηρήσαμε, Κύπρος και Ελλάδα, καθώς και στην καλή προετοιμασία που έγινε. Η πρώτη αίτηση της Κύπρου για τη σύναψη Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΟΚ υποβλήθηκε το 1962. Η μη ένταξη της Μ. Βρετανίας τότε οδήγησε και την κυπριακή κίνηση σε αδρανοποίηση μέχρι το 1970, οπότε η κυπριακή Κυβέρνηση επανήλθε στο αίτημά της κατόπιν εμπεριστατωμένης έκθεσης του Γραφείου Προγραμματισμού.
Η Συμφωνία Σύνδεσης Κύπρου-ΕΟΚ υπογράφτηκε τον Δεκέμβρη 1972. Έτσι άρχισε ουσιαστικά η ευρωπαική πορεία της Κύπρου. Ο Πρόεδρος Μακάριος δεν έχανε ευκαιρία να τονίζει τον ευρωπαικό προσανατολισμό της Κύπρου, διακηρύττοντας ότι η Κύπρος ιστορικά, πολιτιστικά και πολιτικά ανήκει στην Ευρώπη. Το χρονοδιάγραμμα της Συμφωνίας ανατράπηκε λόγω της εισβολής. Η αναγκαστική παράταση της πρώτης φάσης μέχρι το 1979 κατέληξε σε μια σειρά από «αυτόνομες» ενέργειες από μέρους της ΕΟΚ.
Με διάφορες προφάσεις (διευρύνσεις, Ενιαία Αγορά, κ.ά.) παρέπεμπε την εφαρμογή της σε ακαθόριστο μελλοντικό σημείο. Η Κυβέρνηση, όμως, δεν εγκατέλειψε τις εργασίες αναφορικά με την επέκταση των σχέσεων Κύπρου-ΕΟΚ. Πέραν των παραστάσεων προς τις Βρυξέλλες κι άλλα ευρωπαικά κέντρα, άρχισε μια πιο συστηματική μελέτη των διαφόρων πτυχών των μελλοντικών αυτών σχέσεων. Το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε νέο οργανωτικό διάγραμμα για τον χειρισμό θεμάτων Κύπρου-ΕΟΚ, τόσο για τις μελέτες όσο και για τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, αν κι εφόσον κι όταν θα άρχιζαν.
Σε κάθε Υπουργείο δημιουργήθηκε εκ των ενόντων μονάδα για χειρισμό των οικείων θεμάτων ΕΟΚ, ενώ οι Συμβουλευτικές Επιτροπές τους θα λειτουργούσαν ως γέφυρες μεταξύ της Κυβέρνησης και του ιδιωτικού τομέα.
Κι όταν κληθήκαμε, εντελώς αναπάντεχα, το 1985 σε διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία Τ.Ε. Κύπρου-ΕΟΚ, η πλευρά μας ήταν καθόλα έτοιμη. Οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές κι εξαντλητικές. Η Κοινοτική πλευρά ήταν φειδωλή στις παραχωρήσεις της κι ιδιαίτερα απαιτητική.
Οι φήμες, τις οποίες δεν μπόρεσα να διασταυρώσω, έλεγαν ότι η Επιτροπή αναγκάστηκε να καλέσει την Κύπρο σε διαπραγματεύσεις κατόπιν απειλής του τότε αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας Θεόδωρου Πάγκαλου να χρησιμοποιήσει βέτο σε σκοπούμενες παραχωρήσεις της ΕΟΚ προς τις πρώην γαλλικές αποικίες της Β. Αφρικής, για τις οποίες η Γαλλία ένιωθε έντονα. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του επικεφαλής της Ομάδας της ΕΟΚ, κ. Ράιν, Διευθυντή Εξωτερικών Σχέσεων, στη μονογράφηση του Πρωτοκόλλου τον Μάη του 1987. Σε έκφραση ευχαριστιών εκ μέρους μου, ο Κοινοτικός αξιωματούχος απάντησε: «Γιατί με ευχαριστείτε;
Εσείς εκάματε την Τ.Ε. Προσωπικά δεν πίστευα ότι για χάρη εκείνου του μακρινού Νησιού, που δεν ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των ακτών του, έπρεπε να γκρεμίσουμε τα δασμολογικά μας τείχη ώστε να το περιλάβουμε σ’ αυτά. Εσείς μας πείσατε με τη στάση σας, την προγραμματισμένη δουλειά και τα επιχειρήματά σας ότι η σύναψη μιας τέτοιας Συμφωνίας ήταν εφικτή». Όμως δεν έλειψε κι από τις διαπραγματεύσεις το στοιχείο του «εκβιασμού». Όταν τον Μάη του 1987 πήγαμε να μονογράψουμε τη συμφωνία, παρατηρήσαμε ότι έλειπε ένα «s» από ένα Παράρτημα. Αναφέρετο «traditional market» αντί «traditional markets», όπως είχαμε συμφωνήσει.
Έτσι μας περιόριζαν για εξαγωγές με ευνοϊκούς όρους στην αγορά της Μ. Βρετανίας. Ενόψει και της τραυματικής εμπειρίας των διαπραγματεύσεων, ξεχείλισε το ποτήρι κι αρνήθηκα να υπογράψω. Η συνεδρία διακόπηκε. Ζήτησα από τον Πρέσβη μας να διερευνήσει ποιά χώρα είχε ένσταση. Τότε μάθαμε ότι ήταν η Γαλλία. Είπα τότε στον Πρέσβη να μεταφέρει στον εκπρόσωπο της Γαλλίας στο Συμβούλιο Αντιπροσώπων ότι αν η χώρα του δεν άρει το βέτο θα θεωρηθεί ως δυσμενής διάκριση εναντίον της Κύπρου κι έτσι να ξεχάσει η γαλλική εταιρεία παραγωγής σωλήνων την προσφορά που έκαμε για το έργο του Νότιου Αγωγού. Το μήνυμα πήγε στο Παρίσι και, μετά από δυο ώρες, ο κ. Ράιν μάς κάλεσε για να συνεχίσουμε με τη μονογράφηση, λέγοντας: «Αριστείδου, δεν ξέρω τι εκάματε, όμως το «s» μπήκε».
Μάλιστα, στο αντίγραφο που μονογραφήθηκε, το «s» είναι διαφορετικού χαρακτήρα από το υπόλοιπο κείμενο. Υποψιάζομαι ότι κάτι ανάλογο έγινε και με την άρση του αρχικού ενδοιασμού της Ε.Ε. για την ένταξη χωρίς προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού, στο Ελσίνκι και την Κοπεγχάγη. Από τα πιο πάνω παραδείγματα φαίνεται καθαρά ότι θα πρέπει συνεχώς να διεκδικούμε τα δίκαια και τα δικαιώματά μας. Ποτέ δεν ικανοποιούνται αυτόματα. Για να μπορέσουμε, όμως, να είμαστε αποτελεσματικοί, πρέπει να είμαστε πανέτοιμοι και μελετημένοι.
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού




