Καλημέρα σας, και συγγνώμη αν ενοχλήσω -το «αν» τώρα τι το ήθελα;- με τις αφελείς απορίες μου. Σας γράφω με τη βεβαιότητα ότι ούτε θα φτάσουν στους στολισμένους με πανάκριβα γυαλιά, συνήθως, οφθαλμούς σας, ούτε θα προκαλέσουν ίχνος ιδρώτα στ’ αφτιά σας, μικρά ή μεγάλα! Πλην, όμως, με τα εσχάτως τεκταινόμενα, αισθάνομαι ολίγον τι χάννος - έστω χρυσόψαρο, που είναι και πιο κομψό και πολύχρωμο.

Παρακαλώ, βοηθήστε τη μνήμη μου, η οποία αδυνατεί να επεξεργαστεί τις αλλοπρόσαλλες κονταροχτυπιούμενες δηλώσεις - κάτι θα ’χει πάθει φαίνεται ο σκληρός δίσκος! Όχι του Υπουργείου Άμυνας, εκείνος βρέθηκε! Για τον δικό μου λέω, που δυσκολεύεται να καταγράψει, πολύ περισσότερο δε να κατανοήσει τα τελευταία γεγονότα: Τη μια μέρα ένας από τους ανώτατους άρχοντες και ρυθμιστές της ζωής μας να χαρακτηρίζεται πλαστογράφος, υπαίτιος της καταστροφής του τραπεζικού συστήματος της χώρας, δολοπλόκος και υπόπτως καθοδηγούμενος από κέντρα του εξωτερικού - για την εκτίμηση των οποίων πλειστάκις εκαυχήθη.

Την επομένη δε, να φιλοδωρείται με μερικές εκατοντάδες ψωροχιλιάδων ευρωπουλίων (σε τράπεζα εκτός επικρατείας βέβαια!) και να παραιτείται «αβρόχοις ποσί» (χωρίς όχι να βρέξει τα πόδια του αλλά ούτε τρίχα του) για να βρεθεί με τα χρήματα των κατηγόρων του (συγγνώμη τα δικά μας ήθελα να πω) εις την ξένην. Και μάλιστα με τις ευχαριστίες του ανωτάτου άρχοντος «για την απόφασή του» (όπως θέλει κανείς το ερμηνεύει αυτό). Έτσι παίχτηκε η τύχη μας εμάς των χάννων ή χρυσόψαρων στα ζάρια που ο ίδιος χουχούλιαζε στα χέρια του, παρέα με άλλους επαΐοντες περί του τι είναι μίζα, κουκούλωμα, ρεμούλα και άλλα παρόμοια.

Πέστε παρακαλώ σ’ εμένα τον ανίδεο, που έχαψα τα παραμύθια για καλύτερη ζωή και βρέθηκα να παλεύω με κουτσουρεμένα τα ψωροευρωπουλάκια μου, που με τα σάλτα στις τιμές δεν φτάνουν να δω ούτε με κιάλια την εικοστή κάθε μηνός, πολύ δε περισσότερο την τριακοστή, πού οδηγείτε την ήδη καταβαραθρωμένη ψυχολογία μου; Σε αυτοχειριασμό - χάνω την αποχαιρετιστήρια ευχή της Εκκλησίας (η οποία δεν αναμειγνύεται σε οικονομικές δραστηριότητες!) και δεν κάνει!

Ή μήπως σε καμιά καραμπινάτη εκτίναξη των εσωψύχων μου κι όποιον πάρει ο χάρος; Βάρδα, λερώνει, όπως φώναζαν παλιά οι βαστάζοι - κοινώς και πλέον λαϊκώς χαμάληδες. Όπου την αγγίξεις η πολιτική όπως τσιτσιδώθηκε στις μέρες μας, λερώνει. Συναλλαγές ύποπτες, αλληλοστήριξη και αλληλοαπόκρυψη, αναίρεση δεσμεύσεων, και να πρέπει να εμπιστευθώ την τύχη μου ξανά. Σε ποιόν; Τυχαία, νομίζετε, ο κυπριακός θησαυρός σοφίας, αποκαλούσε «πολιτική» όποιαν κυρία ασκούσε το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου έναντι αδράς, ή όχι αμοιβής; (στις μέρες μας ξέφτισε κι αυτή).

Μια υποψία έχω για το ότι λίγες γυναίκες στεριώνουν στον χώρο της πολιτικής: Μήπως για την άσκησή της χρειάζονται προσόντα που δεν έχουν όλες όσες δεν ξέρουν την πλατιά έννοια της πολιτικής; Παρακαλώ, ψάξτε το. Κι αν αδειάσετε από τις τόσες και ποικίλες ασχολίες σας, ενημερώστε με (σιγά που θα μπείτε σε τέτοιον κόπο). Ευχαριστώ.