Μα πού τον βρήκαμε τόσο νεοπλουτισμό και αρχοντοχωριατισμό οι Κύπριοι; Πώς καταντήσαμε τόσο παραδόπιστοι και επιδειξιομανείς;

«Neque velocitate equorum neque hominum arte traherentur, favent colore. Tanta gratia, tanta auctoritas in una vilissima tunica» (Πλινίου του Νεoτέρου, Epistulae IX, 6). Δηλαδή: «Ούτε απο την ταχύτητα των ίππων ελκύονται μήτε από την τέχνη (επιδεξιότητα) των ανθρώπων (ηνιόχων), (αλλά) επευφημούν το χρώμα (του ενδύματος). Τόση εύνοια, τόσο κύρος σε έναν ευτελέστατο χιτώνα».

Νέα λέξη στο κυπριακό λεξιλόγιο: «Γκλαμουράτη», δηλαδή μια γυναίκα που αποπνέει αίγλη («glamour») και γοητεία, και παραπέμπει σε πολυτελή τρόπο ζωής: Μια λαμπερή, απαστράπτουσα κοσμική κυρία, άσχετο αν είναι όμορφη ή άσχημη, η οποία ενδύεται με, κατά κανόνα, πανάκριβα, καλόγουστα ή κακόγουστα ενδύματα γνωστών οίκων μόδας, συνήθως του εξωτερικού, και στολίζεται με εντυπωσιακά κοσμήματα, αληθινά ή ψεύτικα, χτενίζεται με ποικίλες κομμώσεις, πασαλείφεται με διάφορες πομάδες, βαφές, φτιασίδια και άλλα καλλυντικά, φορεί ψεύτικες βλεφαρίδες και ψεύτικα νύχια, βαδίζει επί «κοθόρνων» (υποδημάτων με παχύ και ψηλό πέλμα) και συνοδεύει την εμφάνισή της με πολυτελή εξαρτήματα («accessoirs», τρομάρα μας), πάρε από μεγάλες τσάντες, ψηλοκρεμαστές, χαμηλοκρεμαστές, ακρέμαστες, φακέλους, τσαντούλες, μέχρι μικροσκοπικά τσαντάκια («clutch bags», παρακαλώ), ζώνες, γάντια και ολομέταξα σάλια, εσάρπες, κασκόλ, φουλάρια κ.ο.κ... Ουφ! έσκασα μέχρι να την περιγράψω.

Ως επιστέγασμα, η «γκλαμουράτη» ποζάρει, σε στυλ μοντέλου ή σταρ του κινηματογράφου, σε φωτογραφίες που δημοσιεύονται στις κοσμικές στήλες περιοδικών, σε λογής-λογής στάσεις, υποτίθεται σέξι, χαριτωμένες ή άχαρες, συμπαθητικές ή ασυμπάθητες. Μ’ αυτόν τον τρόπο, προκαλεί στους αναγνώστες των περιοδικών διάφορα συναισθήματα, αρχίζοντας από, σπανίως, θαυμασμό, συχνότερα όμως, είτε ευφορία, που εκδηλώνεται με ειρωνικά ή κοροϊδευτικά μειδιάματα, είτε, μέσα στην οικονομική κρίση που ζούμε, δυσφορία συνοδευόμενη από συναισθήματα αγανάκτησης: «Άλλοι ψυχομαχούν, τζ’ άλλοι... μοδομαχούν!», κατά παράφραση μιας γνωστής κυπριακής παροιμίας.

Ρώτησα να μάθω πόσα στοιχίζει μια τσάντα γνωστού οίκου μόδας, απ’ αυτές με τις οποίες ποζάρουν οι περί ων ο λόγος κοσμικές, ως επί το πλείστον, αργόσχολες κυρίες, για να πληροφορηθώ ότι τα λεφτά που πληρώνει κανείς, για ν’ αγοράσει μια τέτοια τσάντα, ισοδυναμούν με τους μισθούς δυο περίπου μηνών ενός νεοδιοριζόμενου υπαλλήλου στον ιδιωτικό τομέα, βεβαίως, αν τα καταφέρει να βρει δουλειά ο καημένος άνθρωπος. Και, για να λικνίζονται, σε πανύψηλες γόβες με τρυπημένη μύτη («peep toes», αν σας αρέσει) γνωστών ακριβών οίκων υποδημάτων του εξωτερικού, τα λεπτεπίλεπτα ποδαράκια και οι καλοπεριποιημένες γάμπες μιας «γκλαμουράτης», ξοδεύονται όσα χρήματα αντιστοιχούν στους μισθούς άλλων δυο μηνών ενός τέτοιου υπαλλήλου. Άλλο τα χρήματα που σπαταλούνται για φορέματα, κομμώσεις και περιποιήσεις σε ινστιτούτα καλλονής.

Μα πού τον βρήκαμε τόσο νεοπλουτισμό και αρχοντοχωριατισμό οι Κύπριοι; Πώς καταντήσαμε τόσο παραδόπιστοι και επιδειξιομανείς; Χάθηκε ο κόσμος αν οι «γκλαμουράτες» αποφασίσουν να κατεβούν μια φορά από το βάθρο τους, ν’ αγοράσουν φθηνότερα ρούχα και παπούτσια, και να δώσουν τα χρήματα, που σπαταλούν σ’ άχρηστα ακριβά πράγματα, σε ανθρώπους που τα χρειάζονται; Σε ανθρώπους που έχασαν τη δουλειά τους χωρίς να φταίνε. Σε παιδάκια που πηγαίνουν στο σχολείο χωρίς πρόγευμα.

Σε ηλικιωμένους που δεν τους φθάνει η σύνταξή τους να πληρώσουν ηλεκτρικό, νερό και φάρμακα. Βεβαίως, οι κυρίες αυτές δεν θα είναι πλέον «γκλαμουράτες», ούτε θα μπαίνουν οι φωτογραφίες τους στα περιοδικά, διότι αρκετές απ’ αυτές δεν θα έχουν να επιδείξουν τίποτε άλλο άξιο λόγου. Ναι, θα μου πείτε. Καλά είναι ολ’ αυτά που μας λέτε. Εμείς, όμως, που συνηθίσαμε να βλέπουμε τις εν λόγω κυρίες στα περιοδικά και να διασκεδάζουμε μαζί τους, «τώρα τι θα γένουμε χωρίς γκλαμουράτες»;

ΚΛΑΙΛΙΑ ΤΟΜΠΟΛΗ-ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Δικηγόρος,
τέως Εισαγγελέας της Δημοκρατίας