‘Μια πέτρα μες στο πέλαγο ειν’ η γη μου’ Τεύκρος Ανθίας, Κυπριακή Ραψωδία

Δημοσιογραφικές πληροφορίες φέρουν το διοικητικό συμβούλιο της Αρχής Κρατικών Εκθέσεων Κύπρου (ΚΕΚ) να προσανατολίζεται να εισηγηθεί στην Κυβέρνηση το κλείσιμό της λόγω οικονομικών προβλημάτων. Δεν χαίρομαι γιατί επιβεβαιώνονται οι αρχικοί μας φόβοι για τη βιωσιμότητα ενός εγχειρήματος, που ξεκίνησε το 1976. Η απλή έκθεση προϊόντων κι υπηρεσιών, κυπριακών κι εισαγόμενων, για λίγο χρονικό διάστημα, κυρίως στο κυπριακό κοινό, όπως ήταν οι αρχικοί στόχοι, δεν εξυπηρετούσε κι ούτε συμβάδιζε με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.

Αλλά κι όταν οι εξελίξεις διαμόρφωσαν ένα καινούργιο πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας, ούτε και τότε έγιναν σημαντικές αλλαγές στο αρχικό μοντέλο λειτουργίας της. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και σήμερα, ο Οργανισμός της Κρατικής Έκθεσης θα μπορούσε να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο σε ένα βασικό τομέα, τη μετατροπή της Κύπρου σε ένα σημαντικό οικονομικό κι εμπορικό περιφερειακό κέντρο στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο.

Από την Ανεξαρτησία και μετά η Κύπρος έκαμε πολλές προσπάθειες να ξεπεράσει τα προβλήματα που της επιβάλλει το μικρό μέγεθος της αγοράς της στην πορεία προς την ανάπτυξη. Το μικρό μέγεθος των οικονομικών κι άλλων παραμέτρων δεν ήταν πάντοτε κι ‘όμορφο’. Πάρα πολλές φορές νιώσαμε τον αρνητικό ασφυκτικό κλοιό των μικρών αριθμών. Έτσι, παράλληλα με την επιλογή των κατάλληλων έργων και σχεδίων και τις διευθετήσεις για μεγέθυνση της κλίμακας δραστηριότητας των παραγωγικών μονάδων, ένα βασικό μέλημα ήταν η απελευθέρωση της οικονομίας από τους περιορισμούς αυτούς.

Στην αρχή ήταν η παραμονή της Κύπρου στη Βρετανική Κοινοπολιτεία κι η διατήρηση έτσι του προτιμησιακού καθεστώτος, η σύναψη εμπορικών συμφωνιών ανταλλαγής προϊόντων με όλες σχεδόν τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στη δεκαετία του 1960, η συνομολόγηση της Συμφωνίας Οικονομικής Συνεργασίας με προοπτική την Τελωνειακή Ένωση με την Ε.Ο.Κ. το 1972, η σύναψη σωρείας Συμφωνιών Οικονομικής και Βιομηχανικής Συνεργασίας με πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων, της Μ. Ανατολής και της Ασίας μετά το 1974, καθώς κι η ένταξη στην Ε.Ε. το 2004.

Η ανάγκη για μόνιμη επέκταση των οικονομικών συνόρων της Κύπρου είχε υιοθετηθεί ως βασικός στόχος μετά την εισβολή, όταν η μικρή Κύπρος έγινε ακόμη πιο μικρή λόγω της ημικατοχής. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Τρίτο Σχέδιο, 1979 -1981: ‘Tο Σχέδιο θα προωθήσει την αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της Κύπρου σαν κέντρου οικονομικής δραστηριότητας για την περιοχή. Τούτο επιβάλλεται...σαν πρόσθετη διαφοροποίηση της οικονομίας’. Αλλά και το Δεύτερο Σχέδιο, 1977-1978, ενέταξε τη διοργάνωση της πρώτης Διεθνούς Κρατικής Έκθεσης Κύπρου μέσα στα πλαίσια ‘του κυβερνητικού προγράμματος για να καταστεί η Νήσος διεθνές εμπορικό κέντρο’.

Το μοντέλο ανάπτυξης που διαμορφώθηκε από τότε περιλάμβανε τον εκσυγχρονισμό κι αναβάθμιση της παραγωγικής δομής της οικονομίας στο εσωτερικό ώστε να καταστεί πιο παραγωγική κι ανταγωνιστική, την ενδυνάμωση των προσβάσεων της Κύπρου σε χώρες του εξωτερικού και την επέκταση των οικονομικών συνόρων, είτε με την ενθάρρυνση της εξωστρέφειας των κυπριακών επιχειρήσεων είτε με τη μετεξέλιξη της Κύπρου σε περιφερειακό οικονομικό κέντρο.

Μια σύντομη ανασκόπηση της εξέλιξης της οικονομίας αναδεικνύει ότι η παρατηρηθείσα εντυπωσιακή ανάπτυξη από το 1960 στηρίχθηκε διαδοχικά, κυρίως, στις εξαγωγές γεωργικών και μεταλλευτικών προϊόντων, καθώς και στα έσοδα από τις Βρετανικές Βάσεις και μερικώς στον νεοεμφανισθέντα τουρισμό (δεκαετία του 1960), στις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων (κυρίως μετά την εισβολή και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980) και στις εισπράξεις από τον τουρισμό (τόσο πριν αλλά κυρίως μετά την εισβολή και μέχρι τώρα) και τις υπηρεσίες διεθνών δραστηριοτήτων (υπεράκτιες εταιρείες, ναυτιλία, χρηματοοικονομικές κι επαγγελματικές υπηρεσίες - από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα).

Όλες αποτελούσαν πρωτογενείς πηγές ξένου συναλλάγματος. Δυστυχώς η ΚΕΚ δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ως πρωτογενής πηγή εισοδήματος από το εξωτερικό με το να βοηθήσει στη δημιουργία της υποδομής, φυσικής και θεσμικής, για ανάδειξη της Κύπρου σε οικονομικό κι εμπορικό κέντρο. Οι ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν κατά καιρούς θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο εγχείρημα αυτό. Εμπορικές δραστηριότητες, όπως το διαμετακομιστικό εμπόριο, η μετατροπή της Κύπρου σε εκθεσιακό κέντρο και κέντρο διεθνών αγορών καθώς και κέντρο αποθήκευσης, επεξεργασίας και διανομής διεθνών αγαθών, θα μπορούσαν να ανθίσουν λόγω της γεωγραφικής μας θέσης και της ένταξής μας στην Ε.Ε.

Κάποιες προσπάθειες που έγιναν στο παρελθόν (Ελεύθερη Βιομηχανική Περιοχή/Ζώνη, Διεθνές Εμπορικό Κέντρο-ΙΜC) δεν αναπτύχθηκαν προς την ορθή κατεύθυνση ή αφέθηκαν να εκφυλιστούν ή και πολεμήθηκαν από την ίδια την ΚΕΚ. Λειτούργησε κι εδώ το γνωστό σύνδρομο των Κυπρίων επιχειρηματιών, της καταπολέμησης καθετί καινούργιου λόγω του φόβου του ανταγωνισμού αντί της έγκαιρης επιδίωξης επωφελούς συνεργασίας με αυτό. Εμείς επιμένουμε πως όλη η Κύπρος θα πρέπει να μετατραπεί σε μια πραγματικά Διεθνή Έκθεση για πωλητές και αγοραστές ή σε ένα απέραντο IMC.

Μια υποδομή υπάρχει, αυτή της ΚΕΚ. Αυτό που δεν έγινε με το παλιό αεροδρόμιο Λάρνακας ας ξεκινήσει με τον χώρο της ΚΕΚ. Είμαι βέβαιος ότι πολλές μακρινές χώρες κι η ίδια η Ε.Ε. θα ήθελαν ένα χώρο για μόνιμη έκθεση προϊόντων για την περιοχή. Χρειάζεται ένα όραμα κι ασφαλώς πολλή δουλειά.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός Εργασίας
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού