Η γενική εικόνα των όσων έγιναν, λέχθηκαν και γράφτηκαν τις τελευταίες ημέρες για τους ημικρατικούς ήταν μια εικόνα σκοπιμοτήτων και κομματικών παιχνιδιών. Αποδείχτηκε πως απέχουμε ακόμα πολύ από του να μπορούμε συλλογικά να χειριστούμε κορυφαία ζητήματα με σοβαρότητα και ορθολογισμό.

Παρά την ισοπέδωση των θέσεών της μέσα στο γενικότερο κλίμα που επεκράτησε, η ΕΔΕΚ όλο αυτό το διάστημα κράτησε μια στάση αρχών, στη βάση πολιτικών θέσεων που εξέφρασε από πολύ παλιά. Οι ημικρατικοί οργανισμοί, μετά από μισόν αιώνα ζωής, πρέπει να αλλάξουν ριζικά. Πρέπει να τερματιστεί το απαράδεκτο καθεστώς της αναποτελεσματικότητάς τους, της κομματοκρατίας και της διαπλοκής. Δεν υπάρχουν περιθώρια για οργανισμούς που είναι ζημιογόνοι, ούτε και για οργανισμούς που λόγω αντικειμένου ή συνθηκών της αγοράς έκλεισαν τον κύκλο τους.

Υπάρχουν όμως οργανισμοί όπως η ΣΥΤΑ, η ΑΗΚ και η ΑΛΚ, που είναι εξαιρετικά χρήσιμοι και στους οποίους θα πρέπει το Δημόσιο να εξακολουθήσει να έχει τον κύριο λόγο. Στην Κύπρο δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι κλασικές προσεγγίσεις της ελεύθερης αγοράς, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι κυπριακές ιδιάζουσες πραγματικότητες: ένα νησί απομονωμένο ενεργειακά, μια μικρή αγορά χωρίς ακόμα συνθήκες πλήρως ανεπτυγμένου ανταγωνισμού, και κυρίως ένα νησί με την υπαρκτή απειλή από την παρουσία των κατοχικών στρατευμάτων της Τουρκίας.

Για να μπορέσουν οι τρεις αυτοί κορυφαίοι οργανισμοί να επιβιώσουν, χρειάζονται να εκσυγχρονιστούν, αλλά και να επενδύσουν σε νέες υποδομές και τεχνολογίες, για να είναι ανταγωνιστικοί τόσο στην εσωτερική όσο και στη διεθνή αγορά. Αυτά δεν μπορούν να γίνουν μόνο με τη συμβολή του κράτους, γιατί το κράτος μας δεν έχει ούτε τις οικονομικές δυνατότητες για επενδύσεις, ούτε τη δυνατότητα για τις απαιτούμενες διοικητικές και εταιρικές βελτιώσεις τους. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η συμμετοχή σοβαρών επενδυτών, οι οποίοι με την τεχνογνωσία και τα κεφάλαιά τους θα μπορέσουν να βάλουν τους οργανισμούς αυτούς σε μια νέα πορεία. Φυσικά, για τον κάθε οργανισμό θα πρέπει να ακολουθηθεί το ανάλογο μοντέλο.

Σε ό,τι αφορά στην ΑΛΚ, το μοντέλο ανάπτυξης θα πρέπει να περιλαμβάνει την ανάθεση υπηρεσιών διαχείρισης των λιμανιών σε επενδυτές, με τις πολύ σημαντικές και ευαίσθητες λιμενικές υποδομές, όμως, να παραμένουν στο κράτος. Για τη ΣΥΤΑ και την ΑΗΚ, θα πρέπει η συμμετοχή των στρατηγικών επενδυτών να γίνει μέσα από τη μετοχοποίησή τους και διάθεση στους ιδιώτες ποσοστού ιδιοκτησίας, διατηρουμένου όμως του πλειοψηφικού πακέτου στο Δημόσιο. Έχει λεχθεί το επιχείρημα: ποιος επενδυτής θα επενδύσει χωρίς να έχει την ιδιοκτησία του οργανισμού; Αυτό είναι σωστό για επενδυτές που ο μοναδικός στόχος τους είναι να κερδοσκοπήσουν.

Οι οργανισμοί, όμως, αυτοί έχουν ανάγκη από επενδυτές οι οποίοι θα δουν την πορεία των οργανισμών σε μια προοπτική χρόνου, με στόχο να τους καταστήσουν σημαντικούς παίκτες όχι όνο στην ντόπια, αλλά και στην περιφερειακή αγορά. Εύκολα μπορεί κάποιος να δει τον ρόλο της ΣΥΤΑ στις διεθνείς τηλεπικοινωνίες, ή τον ρόλο της ΑΗΚ όταν υπάρχει δυνατότητα χρήσης ντόπιου φυσικού αερίου, αλλά και μιας ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταφοράς ενέργειας σε γειτονικές χώρες. Αυτά, όμως, προφανώς δεν θα ενδιέφεραν έναν επενδυτή που έχει στόχο το γρήγορο κέρδος μέσα από μια γρήγορη εκποίηση των οργανισμών αυτών. Και η Κυβέρνησή μας δεν θα έπρεπε να είχε κανένα λόγο στη διευκόλυνση τέτοιου είδους επενδυτών.

Ετέθη το ερώτημα από κάποιους, γιατί η ΕΔΕΚ δεν συναινεί στο κυβερνητικό νομοσχέδιο, το οποίο θέτει τις βάσεις για μετοχοποιήσεις; Όταν ένα νομοσχέδιο υποβάλλεται από μια κυβέρνηση με δεδηλωμένο στόχο τις πλήρεις ιδιωτικοποιήσεις, και όταν το νομοσχέδιο αυτό αφήνει το Υπουργικό Συμβούλιο ελεύθερο να κινηθεί προς την κατεύθυνση αυτή, είναι λογικό και επιβαλλόμενο ένα κόμμα που διαφωνεί με τις ιδιωτικοποιήσεις να θέλει να υπάρχει πρόνοια στον νόμο, που να αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο.

Αυτό έκανε η ΕΔΕΚ με τη σχετική τροπολογία που κατέθεσε. Αλλά και όταν μια κυβέρνηση πρώτα αποφασίζει για το εύρος των ιδιωτικοποιήσεων και μετά ανακαλύπτει ότι πρέπει να αξιολογήσει και την οποιαδήποτε επίπτωση στην άμυνα της χώρα μας, είναι λογικό και επιβαλλόμενο να ζητηθεί να καθοριστούν και να εξαιρεθούν εκ των προτέρων από το εύρος των ιδιωτικοποιήσεων αυτές οι ευάλωτες για την εθνική μας ασφάλεια υποδομές και υπηρεσίες. Αυτό ακριβώς έκανε η ΕΔΕΚ με την άλλη σχετική τροποποίησή της.

Η ΕΔΕΚ θέλει «καθαρές δουλειές» από την αρχή. Η ΕΔΕΚ δεν παίζει πολιτικά παιχνίδια. Δεν είναι η ΕΔΕΚ που δέχτηκε τις ιδιωτικοποιήσεις είτε στο πρώτο είτε στο δεύτερο μνημόνιο. Ούτε είναι η ΕΔΕΚ που άλλα υπόσχεται προεκλογικά και άλλα κάνει μετεκλογικά. Η ΕΔΕΚ πολιτεύεται στη βάση αρχών και συνέπειας. Και αυτό θα συνεχίσει να κάνει.

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ
Βουλευτής Κ.Σ. ΕΔΕΚ