Και σκέφτομαι πως οπωσδήποτε θα ’ρθει το άνθος της φυλής, για να αποσείσει από τις πλάτες του Πενταδάκτυλου τους άθλιους που μας δυναστεύουν και μας τυραννούν…

Καθώς μας βρίσκουν, όσα εσχάτως μας βρίσκουν, δεινά και συμφορές και δοκιμασίες και πάθη, καθώς το κακό και πάλι παραμονεύει, καθώς τα πάθη μας μάς αποσυνθέτουν και μας διαλύουν, σκέφτομαι τις τραγωδίες που μας βρήκαν στον αιώνα που περάσαμε, τις μεγάλες καταστροφές του Έθνους, τις Αλώσεις μας, τη νέα Τουρκοκρατία που μας προέκυψε, τους εμπόρους των εθνών που μας λεηλατούν. Και σκέφτομαι εκείνο του νεομάρτυρος της Τουρκοκρατίας, του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, του Πατρο-Κοσμά, που φέτος κλείνουν 300 χρόνια από τη γέννησή του και εκείνη την υπόδειξή του, εκεί στις ανεπανάληπτες «Διδαχές» του: «Ψυχή και Χριστός σάς χρειάζεται. Το κορμί σας ας σας το καύσουν, ας σας το τηγανίσουν, τα πράγματά σας ας σας τα πάρουν, μη σας μέλει, δώστε τα, δέν είναι εδικά σας. Ψυχή και Χριστός σάς χρειάζεται. Ετούτα τα δύο όλος ο κόσμος να πέσει, δεν μπορεί να σας τα πάρει, έξω αν τύχει και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάγετε, να μην τύχει και τα χάσετε».

Και σκέφτομαι και τα άλλα που μας άφησε, για την παιδεία και τη γλώσσα μας. Για την ταπείνωση και τη μετάνοιά μας. Για τον έρωτα του Χριστού και της πατρίδος. Έτσι, λοιπόν, το σώμα μας ας μας το τηγανίσουν, τα αγαθά μας ας μας τα πάρουν όλα, την ψυχή μας μονάχα να σώσουμε. Την πατρίδα μας να κρατήσουμε ελεύθερη. Την πατριδα μας να υπερασπισθούμε, άχρι θανάτου. Όλα τα άλλα είναι μάταια και ψευδή. Και χωρίς νόημα. Γιατί, όπως μας λέει και ο στρατηγός Μακρυγιάννης: «Όσο αγαπώ την πατρίδα μου, δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου καλά, με θρέφει· αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄ αυτήνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπόν νά πάγω αλλού».
Και μού ’ρχεται ξαφνικά εκείνη η φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου κι η μουσική του Δημήτρη Λάγιου κι οι στίχοι εκείνοι του Μιχάλη Μπουρμπούλη, που μας απογυμνώνουν, που μας αποκαλύπτουν ενώπιον της ιστορίας, που μας πάνε σ’ αυτά που θά ’πρεπε να κάνουμε. Γυρίζω, λοιπόν, σ’ εκείνο το λαϊκό άσμα με τον τίτλο «Ο Άη λαός». Που το ψιθυρίζω και αντιγράφω:

«Τα παιδιά μας εγίναν πετρώματα
πολιτείες θαμμένες και μάρμαρα
αεράκι που φέρνει αρώματα
μες στα χρόνια που έρχονται βάρβαρα.

Ρίξε Απρίλη δυο νερά
φέξε και συ φεγγάρι
άνοιξε γη να ξαναβγεί
το μέγα άνθος της φυλής
εκδίκηση να πάρει.

Τα παιδιά μας περνούν ψιθυρίζοντας
ποταμός μές στις πέτρες υπόγειος
ένας λίβας που καίει σφυρίζοντας
και γεμίζει με αίμα η Μεσόγειος».

Έτσι, λοιπόν, ψιθυρίζω εκείνους τους στίχους, με την ανάσα του φωτός, με το σφρίγος και τον έρωτα της πατρίδος, αυτούς τους στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη αντιγράφω, έτσι εις ανάπαυσιν της ψυχής εκείνων που έφυγαν. Του Δημήτρη Λάγιου και της Σωτηρίας Μπέλλου. Των αθώων της Μικρασίας και της Κύπρου. Της μάνας και του πατέρα μου. Κάθομαι, ακόμα, και βλέπω εκείνα τα παλιά, σε κάτι ξεχασμένες ταινίες της εποχής, 1922 και 1974, τα παιδιά μας στα αντίσκηνα, στους συνοικισμούς, τα ’χουμε όλα ξεχάσει πια, τώρα ορθώνονται οι Τράπεζες συναλλαγών, για να θυμηθούμε τον Αναγνωστάκη και τη Θεσαλονίκη του, τις Μέρες του 1969, κάθομαι, λοιπόν, και σκέφτομαι τη μάνα μου και τον πατέρα μου που έφυγαν, μόνοι, μες στους συνοικισμούς των προσφύγων, που δέν γύρισαν ποτέ στην Κυθρέα. Και σκέφτομαι πως οπωσδήποτε θα ’ρθει το άνθος της φυλής, για να αποσείσει από τις πλάτες του Πενταδάκτυλου τους άθλιους που μας δυναστεύουν και μας τυραννούν και όλους τους υβριστές της ιστορίας, έτσι για να αναπαυθεί και η ψυχή του ποιητή μας Κώστα Μόντη, που περιμένει.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ