Αναντίλεκτα είναι προς το συμφέρον του λαού και του τόπου να διασφαλιστεί η λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών μακριά από την πολιτική και να κατοχυρωθεί ο πολιτικά απρόσωπος χαρακτήρας της Δημόσιας Υπηρεσίας στο σύνολό της
Με δύο προτάσεις νόμου που έχουν κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων από τους βουλευτές Νίκο Νικολαΐδη, εκ μέρους της ΕΔΕΚ και Μαρία Κυριακού, εκ μέρους του Δημοκρατικού Συναγερμού, προτείνεται η άρση των απαγορεύσεων που προβλέπονται στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο του 1990 και οι οποίες παρεμποδίζουν την ανάμειξη δημόσιων υπαλλήλων στη διοργάνωση συγκεντρώσεων ή άλλων εκδηλώσεων κομματικού χαρακτήρα, καθώς και τη δυνατότητα να κατέχουν κομματικό αξίωμα.
Η Οργάνωσή μας αντιτίθεται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις γιατί παραβιάζουν ευθέως την αρχή της αμεροληψίας της διοίκησης, που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της δημόσιας διοίκησης. Η αρχή της αμεροληψίας επιβάλλει στη διοίκηση κατά την ενάσκηση της εξουσίας της να είναι ανεξάρτητη από οποιεσδήποτε επιρροές, ξένες προς το δημόσιο συμφέρον, και να λειτουργεί αμερόληπτα, απροσωπόληπτα και δίκαια. Προς τούτο, α) υφίστανται στο Σύνταγμα τα λεγόμενα ασυμβίβαστα (άρθρα 41, 59 και 70), β) υφίστανται τα κωλύματα διενέργειας πράξεων ή συμμετοχής στα συλλογικά όργανα της διοίκησης [άρθρο 60 (2) (β) τον Νόμου αρ. 1/1990] και τέλος υπάρχει ο θεμελιακός κανόνας της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας των δημόσιων υπαλλήλων, ο οποίος κατοχυρώνεται συνταγματικά, απαγορεύοντας στον δημόσιο υπάλληλο να έχει ενεργό συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα.
Σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Δημόσια Υπηρεσία αποτελεί όργανο του κράτους, με μόνιμη και διαχρονική αποστολή την εκτέλεση του διοικητικού έργου, οι δε φορείς της διοικητικής λειτουργίας δεν ταυτίζονται ούτε με τους πολιτικούς στόχους της εκάστοτε κυβέρνησης ούτε και με τους στόχους και επιδιώξεις των πολιτικών κομμάτων.
Σύμφωνα με τα κρατούντα στο ελληνικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, η σχέση του δημόσιου υπαλλήλου με το Κράτος χαρακτηρίζεται ως ειδική έννομη σχέση εξάρτησης. Ειδικότερα στο σύγγραμμα «Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα» των καθηγητών Α. Ι. Τάχου και Ι. Λ. Συμεωνίδη (Γ’ Έκδοση) σελ. 13 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«1. Οι υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων και ιδίως οι υποχρεώσεις της νομιμοφροσύνης, της υπακοής και της πολιτικής ουδετερότητας επιβάλλονται σ’ αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους (βλ. κατωτέρω άρθρα 24-49, ΥΚ).
Η επιβολή, από τον νόμο, της εκπλήρωσης αυτών των ιδιαίτερων και πρόσθετων -σε σχέση με τις υποχρεώσεις των λοιπών πολιτών (ιδιωτών)- υποχρεώσεων, επαληθεύει τον χαρακτηρισμό του δημοσίου υπαλλήλου ως ειδικού πολίτη (citoyen special) κατά τη διατύπωση του Hauriou (M. Hauriou, Precis de droit administratif et de droit public, 1933, 744 και μετ. (Δ. Τσουπλακίδου - Γ. Παπαχατζή, ΙΙ, 1937, 281).
Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 14 αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Ο δημόσιος υπάλληλος στερείται ένα ποσοστό της ελευθερίας του για να μπορέσει να απολαύσει πληρέστερα την ελευθερία του το κοινωνικό σύνολο, ο Λαός. Αυτό το γνώρισμα αποδεικνύει ότι ο δημόσιος υπάλληλος πρέπει να είναι υπηρέτης του Λαού (άρθρο 103 παρ. 1 Συντ.), κυριολεκτικά».
Το άρθρο 71
Στην Κύπρο, προ της ψήφισης τού περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/1990), δεν αναγνωρίζονταν οποιαδήποτε πολιτικά δικαιώματα στους δημόσιους υπαλλήλους. Με την εισαγωγή του πιο πάνω Νόμου και ειδικότερα με το άρθρο 71 παραχωρήθηκαν, για πρώτη φορά, ορισμένα πολιτικά δικαιώματα στους δημόσιους υπαλλήλους και, πιο συγκεκριμένα, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των πολιτικών τους φρονημάτων, της συμμετοχής τους σε πολιτικά κόμματα και πολιτικές συγκεντρώσεις, καθώς και της υποβολής υποψηφιότητας σε αξιώματα, των οποίων η κατοχή είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου, απαγορεύοντάς τους όμως να χρησιμοποιούν τη θέση ή την επιρροή τους για επηρεασμό οποιουδήποτε προσώπου να προσχωρήσει ή να υποστηρίξει ορισμένο πολιτικό κόμμα ή πολιτικό πρόσωπο. Κατά την άποψή μας, το άρθρο 71 οριοθετεί τη συνταγματικά εφικτή ανάμειξη δημόσιων υπαλλήλων στα πολιτικά δρώμενα του τόπου.
Επισημαίνεται περαιτέρω ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συγκρούονται ευθέως και με το άρθρο 60 (1) (α) που προβλέπει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι «υπηρετούν το σύνολο του λαού, οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και τους νόμους και αφοσίωση στο Κράτος».
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το ασυμβίβαστο της κατοχής αξιώματος ή θέσης σε πολιτικό κόμμα από δημόσιο υπάλληλο προκύπτει και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα στις Αναφορές με αρ. 5/2010 και 6/2010 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με απόφαση ημερομηνίας 7 Νοεμβρίου 2011, γνωμάτευσε ότι οι τροποποιήσεις που είχαν ψηφισθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε σχέση με τους περί Δήμων και περί Κοινοτήτων Νόμους, με τις οποίες επιτρεπόταν στους εκλεγέντες δημοτικούς και κοινοτικούς συμβούλους να διατηρούν τη θέση τους στη Δημόσια Υπηρεσία, είναι αντισυνταγματικές γιατί συγκρούονται με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διακρίσεως των εξουσιών.
Σύμφωνα με την πιο πάνω γνωμάτευση, το Κυπριακό Σύνταγμα κάνει διάκριση μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και της διοικητικής λειτουργίας και απαγορεύει την ανάμειξη της πολιτικής εξουσίας στη διοικητική λειτουργία του κράτους. Όπως το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο «υπάρχει συνταγματική, δηλαδή, επιταγή, αναγνωρισμένη από τη νομολογία μας, για την τήρηση της αρχής της λειτουργίας των Δημοσίων Υπηρεσιών, μακριά από την πολιτική επιρροή».
Η υπόθεση Καραγιώργη
Αυτή η συνταγματική επιταγή και η προαναφερόμενη διάκριση μεταξύ πολιτικής ή πολιτειακής εξουσίας και διοικητικής λειτουργίας αναγνωρίστηκαν στο ανώτατο επίπεδο, με την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση «ΡΙΚ v. Καραγιώργη και Άλλων (1991) 3 Α.Α.Δ. 159». Στην υπόθεση Καραγιώργη, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο σκοπός της διάκρισης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και δημόσιας λειτουργίας είναι «η τήρηση της αρχής της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, μακριά από την πολιτική επιρροή» και στη βάση αυτή απαγορεύεται η ανάμειξη της πολιτικής εξουσίας στη διοικητική λειτουργία του κράτους. Τονίζεται περαιτέρω ότι «η φιλοσοφία πίσω από τη διάκριση μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και της διοικητικής λειτουργίας έγκειται στην αναγνώριση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής για παροχή ίσων ευκαιριών στους πολίτες για υπηρεσία στον δημόσιο τομέα».
Κρίθηκε, επίσης, ότι η παρουσία της πολιτικής εξουσίας μέσω των εκπροσώπων των πολιτικών κομμάτων στις συνεδρίες των διοικητικών συμβουλίων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προσέκρουε στη συνταγματική αρχή της διάκρισης της πολιτικής εξουσίας από τη διοικητική λειτουργία.
Στην ίδια γνωμάτευση, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αναφορά, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση «Δημοκρατία v. Κωνσταντινίδη (Αρ. 1) (1996) 3 Α.Α.Δ. 206», στην οποία ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Γ. Πικής, είχε τονίσει σε ξεχωριστή απόφασή του ότι η διάκριση μεταξύ πολιτικής εξουσίας και διοίκησης αποσκοπεί στη διασφάλιση της εκτέλεσης των καθηκόντων των δημόσιων λειτουργών μακριά από την πολιτική και στην κατοχύρωση του πολιτικά απρόσωπου χαρακτήρα της Δημόσιας Υπηρεσίας στο σύνολό της.
Στη συνέχεια το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε στη γνωμάτευσή του και το θέμα της πίστης και του σεβασμού που οφείλει κάθε δημόσιος υπάλληλος στο Σύνταγμα και στο ανεξάρτητο της Δημόσιας Υπηρεσίας, η οποία ακομμάτιστα υπηρετεί το σύνολο του λαού, εφόσον, όπως προβλέπεται και από το άρθρο 60 (1) (β) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του κράτους. Τόνισε, επίσης, ότι η αμεροληψία της Δημόσιας Υπηρεσίας θεωρείται ως απαραίτητο στοιχείο για τη χρηστή διοίκηση και ακόμα πως μπορεί να θεωρηθεί ως περιλαμβανόμενη στις αρχές του κράτους δικαίου.
Η εύρυθμη λειτουργία
Επισημαίνεται περαιτέρω ότι τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, στις Αναφορές με αρ. 5/2010 και 6/2010 σε σχέση με τη διάκριση μεταξύ πολιτικής εξουσίας και διοικητικής λειτουργίας, επαναλήφθηκαν και στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά 1/2012, ημερομηνίας 2 Απριλίου 2013. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είμαστε αντίθετοι και με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Αναντίλεκτα είναι προς το συμφέρον του λαού και του τόπου να διασφαλιστεί η λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών μακριά από την πολιτική και να κατοχυρωθεί ο πολιτικά απρόσωπος χαρακτήρας της Δημόσιας Υπηρεσίας στο σύνολό της. Έτσι, εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία του Κράτους και της δημόσιας υπηρεσίας και περαιτέρω διασφαλίζεται η βεβαιότητα στις έννομες σχέσεις μεταξύ Κράτους και διοικουμένων, ανεξάρτητα από τις μεταβολές στα πρόσωπα των φορέων άσκησης της πολιτικής εξουσίας.
ΓΛΑΥΚΟΣ ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΥ
Γ.Γ. της ΠΑΣΥΔΥ




