Από το όλο περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος δεν αποσαφηνίζεται η κατάληξη των συνομιλιών όπως επιδίωκε, τουλάχιστον σε διακηρυκτικό επίπεδο, η ε/κ διαπραγματευτική ομάδα
Τα Ηνωμένα Έθνη, ως ένας διεθνής οργανισμός διακυβερνητικού τύπου, αποδέχεται ως μέλη του μόνο κυρίαρχα κράτη. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μέλος των Η.Ε., αφού δεν αποτελεί μοντέρνο κυρίαρχο κράτος σύμφωνα με τις αρχές της Συνθήκης της Βεστφαλίας.
Η ιδιότητα του μέλους των Η.Ε. υποδηλώνει τη διεθνή νομική αναγνώριση μιας οντότητας ως κυρίαρχου κράτους από τα υπόλοιπα κυρίαρχα κράτη-μέλη του ΟΗΕ. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων στις διεθνείς σχέσεις ορίζεται ως εξωτερική κυριαρχία. Αντίθετα, εσωτερική κυριαρχία ορίζεται ως το μονοπώλιο που έχει μια Αρχή έναντι οποιωνδήποτε άλλων Αρχών στην άσκηση εξουσίας εντός μιας ορισμένης εδαφικής επικράτειας και επί του πληθυσμού μέσα σε αυτή. Για το θέμα της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας υπάρχει πλουσιότατη διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία στην οποία ο καθένας μπορεί να ανατρέξει.
Συνεπώς, όλα τα μέλη του ΟΗΕ, τα οποία στην παρούσα φάση αριθμούν 193, ανεξαρτήτως εσωτερικής κυριαρχίας και, κατ’ επέκταση, κατανομής εξουσιών, εσωτερικού πολιτικού συστήματος, δομών και μορφής διακυβέρνησης, απολαμβάνουν εξωτερική κυριαρχία. Για παράδειγμα, μέλος του ΟΗΕ είναι η Γαλλία που αποτελεί ένα κλασικού τύπου ενιαίο κράτος, οι ΗΠΑ που διαθέτουν το δικό τους ιδιότυπο μοντέλο ομοσπονδιακής διακυβέρνησης, αλλά και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η διαιρεμένη εσωτερική κυριαρχία που λαμβάνει τη μορφή μιας αποκλίνουσας μορφής «ομοσπονδίας», ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της αδύναμης και με εξαιρετικά περιορισμένες εξουσίες που ασκεί η κεντρική κυβέρνηση έναντι των ισχυρών εξουσιών που ασκούν αποκλειστικά τα συνιστώντα μέρη της.
Σύμφωνα με το λεκτικό του κοινού ανακοινωθέντος, «η ενωμένη Κύπρος…θα έχει μια ενιαία νομική προσωπικότητα και μια κυριαρχία, η οποία θα καθορίζεται ως η κυριαρχία που απολαμβάνουν όλα τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών υπό τον χάρτη του ΟΗΕ και η οποία προέρχεται εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους». Δηλαδή, η υπό αναφοράν πρόνοια διασφαλίζει τη μία και ενιαία εξωτερική κυριαρχία του μελλοντικού κράτους, όχι όμως και την εσωτερική του κυριαρχία. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως δεν έχει απαντηθεί αν η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία θα οδηγεί σε «ισχυρή» ή «χαλαρή» ομοσπονδία.
Πολύ περισσότερο που στο κοινό ανακοινωθέν συμφωνείται, μεταξύ άλλων, η εκχώρηση του κατάλοιπου εξουσίας (residual powers) στα συνιστώντα κράτη «πλήρως» και «αμετάκλητα», χωρίς δηλαδή προοπτική μελλοντικής ανάκλησης αυτών των εξουσιών (the constituent states will exercise fully and irrevocably all their power…) και προτού συμφωνηθούν ποιες και πόσες εξουσίες θα παραμένουν στην κεντρική κυβέρνηση.
Είναι σαφές πως, από το όλο περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος, δεν αποσαφηνίζεται η κατάληξη των συνομιλιών όπως επιδίωκε, τουλάχιστον σε διακηρυκτικό επίπεδο, η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα. Βέβαια, με δεδομένη πλέον την επανέναρξη των συνομιλιών, η διαπίστωση αυτή θα μπορούσε να πάρει τη χροιά μιας απλής ιστορικής καταγραφής, αν δεν υποδήλωνε τα εξαιρετικά κρίσιμα και δύσκολα που έπονται.
Στις διαπραγματεύσεις που μόλις επανήρχισαν, η Τουρκία εισέρχεται έχοντας διασφαλίσει εκ προοιμίου δύο σημαντικά για την ίδια οφέλη:
1. Δεν έχει αναλάβει οποιεσδήποτε δεσμεύσεις έναντι της τελικής μορφής που θα πάρει η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, κυρίως σε σχέση με τις εξουσίες και, εν τέλει, την ισχύ που θα έχουν τα συνιστώντα κράτη στο μελλοντικό κρατικό μόρφωμα.
2. Έχει επιτύχει να ακολουθηθεί μια διαδικασία (άτυπη τετραμερής) που θα της επιτρέψει να «πακετοποιήσει» το Κυπριακό με πάγιες διεκδικήσεις της στο Αιγαίο.
Οι επιδιώξεις της Άγκυρας έναντι της Κύπρου είναι αρκούντως σαφείς. Για την Τουρκία η Κύπρος αποτελεί ζωτικό χώρο. Δηλαδή, το έδαφος, η θάλασσα, ο αέρας της Κύπρου είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια, αλλά και για την ισχυροποίηση της θέσης της Τουρκίας στους τομείς της οικονομίας, του εμπορίου και της ενέργειας· συνεπώς, για την αναβάθμιση της γεωπολιτικής της αξίας. Ωστόσο, το ισχύον status quo στην Κύπρο, σε συνάρτηση με την αδυναμία εκ μέρους της Τουρκίας μονομερούς νομιμοποίησής του, δεν την ευνοεί σε κάποιες άλλες στρατηγικές επιλογές της που είναι, αφενός, η ανάληψη ηγετικού/πρωταγωνιστικού ρόλου στην υπό διαμόρφωση νέα κατάσταση πραγμάτων τόσο σε διεθνές όσο και σε περιφερειακό επίπεδο και, αφετέρου, η ένταξή της στην Ε.Ε.
Γι’ αυτό και η Τουρκία θα επιδιώξει μια λύση του Κυπριακού που κατά το δυνατόν θα νομιμοποιεί τα κεκτημένα από το ισχύον status quo και θα επεκτείνει τον στρατιωτικο/πολιτικό έλεγχό της στην κεντρική κυβέρνηση. Σε κάθε δε περίπτωση, ό,τι «χάνει» από την Κύπρο θα το διεκδικεί από το Αιγαίο. Μια λύση, όμως, που θα επιτευχθεί σε χρόνο που θα εξυπηρετεί καίρια τα συμφέροντα της Κυβέρνησης Ερντογάν (ΑΚΡ) σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο. Στο μεταξύ και μέχρι τη λύση του Κυπριακού, η Άγκυρα θα στοχεύσει σε αξιοποίηση της διαδικασίας των συνομιλιών για την προώθηση των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., καθώς και την αναστολή του ενεργειακού προγράμματος της Κύπρου ή/και την «επισημοποίηση» των διεκδικήσεών της έναντι της Κυπριακής ΑΟΖ.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, στις διαπραγματεύσεις που έχουν επαναρχίσει η ελληνοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα έχει μια υποχρέωση: Να υπερασπιστεί τα κυπριακά συμφέροντα. Τα συμφέροντα αυτά επιτάσσουν τον τερματισμό του αναχρονισμού που προκαλεί η ύπαρξη του κυπριακού προβλήματος και επιβαρύνει την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη της Κύπρου μέσα από μια λύση που θα διασφαλίζει, σε εσωτερικό διακυβερνητικό επίπεδο τουλάχιστον, τη δυνατότητα στο μελλοντικό κράτος: Να ενεργεί ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς να τελεί υπό ομηρεία, να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών του έναντι τρίτων και να αξιοποιεί τους πόρους του προς όφελος πρώτα και κύρια των πολιτών του και της χώρας τους.
Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είναι ανίσχυρη: Παρά τις πολιτικο/οικονομικές δεσμεύσεις που αναλάβαμε έναντι των δανειστών μας, έχουμε ένα κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαθέτουμε ενεργειακούς πόρους για την αξιοποίηση των οποίων εμπλέκονται συμφέροντα ισχυρών χωρών σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Εκείνο που απαιτείται, είναι η σοφή αξιοποίηση αυτών των ισχυρών χαρτιών που διαθέτουμε προς όφελος των Κυπρίων και της Κύπρου.
ΜΕΛΑΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Διδακτορικό στις διεθνείς σχέσεις και μεταδιδακτορική έρευνα σε νέα συστήματα παγκόσμιας διακυβέρνησης




