Το καθήκον του είναι να επιτύχει λύση τόσο καλή και να αναδείξει ότι ήταν εσφαλμένη η αποδοχή τού τότε σχεδίου Ανάν. Στόχος, όμως, που δεν επιτυγχάνεται με το κοινό ανακοινωθέν
Το 1985, όταν έγινε η διά της Νομοθετικής εξουσίας, με την τότε πλειοψηφία (ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ), προσπάθεια να περιοριστούν οι εξουσίες του αείμνηστου τότε Προέδρου, Σπύρου Κυπριανού, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε το αυτόδηλο, δηλαδή ότι το κυπριακό πρόβλημα, ως εκ της φύσεώς του (ζήτημα παράνομης στρατιωτικής κατοχής, εκτοπισμού, διαίρεσης και μεθοδευμένου εποικισμού), είναι θέμα μη προβλεπόμενο από το Σύνταγμα.
Μάλιστα, στο κείμενο της απόφασης αυτής της Ολομέλειας του Ανωτάτου λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Αν και το κυπριακό πρόβλημα ευρίσκεται, λόγω της φύσεώς του, έξω από τα πλαίσια του Συντάγματος της Κύπρου είναι, εν τούτοις, δικαίωμα εκλελεγμένων πολιτικών οργάνων, τα οποία εκφράζουν κατά την άσκηση των οικείων αρμοδιοτήτων τους τη βούληση του Λαού, όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Βουλή των Αντιπροσώπων, να λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις σχετικά με το Κυπριακό Πρόβλημα».
Είναι προφανές πως δεν υπάρχει διάταξη στο Σύνταγμα που να προβλέπει ένα και μόνο αρμόδιο όργανο, που να έχει αποκλειστικά τη Συνταγματική εξουσία για να διαπραγματευθεί την όποια μετεξέλιξή του σε Ομοσπονδία.
Ο Πρόεδρος δεν έχει συνταγματική αρμοδιότητα και ούτε βεβαίως μπορεί να παραγνωρίσει τη Δικαστική αυτή κρίση και να προχωρήσει σε διαπραγμάτευση της λύσης του Κυπριακού με προκαθορισμό αφετηριακής κοινής δήλωσης, η οποία να μην επιβεβαιώνει την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άρα η κυριαρχική εξουσία για την απόφαση περί την τύχη του τόπου και του ίδιου του λαού βρίσκεται στον λαό, ο οποίος μίλησε σαφέστατα τότε, πριν από 10 χρόνια στο Δημοψήφισμα.
Ας μη διαφύγει της προσοχής ότι, το Κράτος και οι λειτουργίες του, διασώθηκαν με τη Νομοθετική αποφασιστική δράση της Βουλής, που μετά την Τουρκανταρσία του 1963-64, ψήφισε ως δίκαιο της ανάγκης Νόμους που επέτρεψαν τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάθε δε αξιωματούχος που εκλέγεται ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως Βουλευτής και ως διοριζόμενος Υπουργός, διαβεβαιώνει πίστη στο Σύνταγμα. Ήδη δε, μεταξύ των εξουσιών που το Σύνταγμα παρέχει, είναι και αυτή που εισήγαγε η πέμπτη Τροποποίησή του, η οποία καθόρισε ως υπέρτερο και του Συντάγματός μας δίκαιο, το κοινοτικό κεκτημένο. Κεκτημένο που υποχρεώνει τον ΟΗΕ, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και καθέναν από εμάς ώστε, το όποιο κοινό ανακοινωθέν για έναρξη νέων συνομιλιών προς αναζήτηση λύσης, να προβλέπει ρητά ότι, τούτο, γίνεται ως μετεξέλιξη του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και να περιλαμβάνει σεβασμό όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κοινοτικού κεκτημένου. Τούτο γιατί ουδείς βρίσκεται υπεράνω του Νόμου. Το ίδιο και η πανίσχυρη στρατιωτικά Τουρκία, με όσους και εάν έχει συμπαραστάτες, δεν μπορεί να αγνοεί διαρκώς το κεκτημένο, το διεθνές δίκαιο και τα δικαιώματα της Κύπρου και των νόμιμων πολιτών της σε σχέση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση που αναγνωρίζει μια κρατική κυριαρχία, με έναν και μόνο κυπριακό λαό.
Σε όλα αυτά τα τόσο ουσιώδη δεδομένα, ο κάθε πολίτης οφείλει, και ιδιαίτερα ο ίδιος ο Πρόεδρος, να προβληματιστεί για τη σημασία τής τότε, μετά το δημοψήφισμα του 2004, δήλωσής του ότι: Ο ιστορικός του μέλλοντος θα κρίνει την ορθότητα τού «ναι» και του «όχι» του Δημοψηφίσματος.
Τι επιθυμεί, λοιπόν, και τι επιδιώκει σήμερα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, να δικαιώσει ο ιστορικός το «ναι», που τότε υποστήριξε ο ίδιος ή να επιτύχει λύση έξω από το Σχέδιο Ανάν, βελτιωμένη και σύμφωνη με το δίκαιο; Προφανώς το καθήκον του είναι να επιτύχει λύση τόσο καλή και να αναδείξει ότι ήταν εσφαλμένη η αποδοχή τού τότε σχεδίου Ανάν. Στόχος, όμως, που δεν επιτυγχάνεται με το κοινό ανακοινωθέν.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




