
Οι θέσεις αρχών και το «κλείσιμο» του Κυπριακού
Ιωσήφ Βιολάρης
21.01.2025
«50 χρόνια είναι πολλά», ακούμε συχνά για το Κυπριακό, ιδιαίτερα από αυτούς που συστηματικά επιδιώκουν ένα «κλείσιμο» χωρίς να υπολογίζουν τις αβέβαιες συνέπειες για το μέλλον. 50 χρόνια όμως είναι σαν χθες, σαν μια ανάσα, αν τα μετράς ως πρόσφυγας. Κάθε φορά που ανοίγεις την πόρτα «μυρίζεσαι» τη λεμονιά σου, «βλέπεις» τους γείτονες στο χωριό σου να σε χαιρετάνε κι «ακούς» τα παιδιά σου να παίζουν στη θάλασσα της Κερύνειας. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά έχουν σήμερα εγγόνια, τα οποία μεγαλώνουν σε μια γενιά, που συνειδητά και μεθοδικά κάποιοι επιδίωξαν να απομακρύνουν από το όραμα της απελευθέρωσης του τόπου μας.
Σε αυτή την αποστολή της λήθης, χρησιμοποιείται ως όπλο, αφενός η κόπωση από τις πολύχρονες αδιέξοδες διαπραγματεύσεις και αφετέρου, η ενορχηστρωμένη ενοχοποίηση της δικής μας πλευράς για την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας. Είναι γνωστοί αυτοί οι «κύκλοι» και η φορτική τους προσπάθεια να πιέσουν για περεταίρω υποχωρήσεις και ενέργειες οι οποίες, μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν οδήγησαν σε λύση, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να τραυματίσουν το κύρος, την κυριαρχία και το αξιόμαχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι οι ίδιοι που έχουν χωρίσει αυθαίρετα τους πρόσφυγες σε αυτούς που δικαιούνται και αυτούς που δεν δικαιούνται να ελπίζουν στην επιστροφή στους τόπους τους.
Σήμερα, βρισκόμαστε ξανά μπροστά σε μια νέα προσπάθεια επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, με την τουρκική πλευρά να συζητά μόνο τη θέση για «δύο κράτη» και τη δική μας πλευρά να προσέρχεται με σημαία της στο διάλογο τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί σε μια τόσο στενή χαραμάδα; Τι μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και τα δύο κράτη, με το οποίο θα μπορούσαμε να συμβιβαστούμε και να βάλουμε την υπογραφή μας; Τι μπορεί να συμφωνηθεί πέρα από μια διχοτόμηση «διακοσμημένη» με στοιχεία λειτουργικότητας που κι αυτά τίθενται εν αμφιβόλω;
Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ερσίν Τατάρ, ο οποίος δεν εκπροσωπεί τους Τουρκοκύπριους, αλλά εκλέγηκε με τις ψήφους των εποίκων, είναι ένα εξάρτημα της κατοχικής Τουρκίας η οποία του φορτίζει τις μπαταρίες για να περπατάει και να μιλάει σαν «ηγέτης» με τις δικές της θέσεις. Οι Τουρκοκύπριοι είναι πλέον μια πολύ μικρή μειονότητα στα κατεχόμενα, μικρότερη από ό,τι ήταν το 1960, και η πλειοψηφία τους δεν έχει πολιτική φωνή. Οι σημερινές τους ηγεσίες δεν εκφράζουν καν τα συμφέροντά τους, τα οποία είναι κοινά με των Ελληνοκυπρίων: να ζουν σε ένα ενιαίο, ευρωπαϊκό, δημοκρατικό και ανεξάρτητο κράτος.
Ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης δηλώνει έτοιμος να λάβει «τολμηρές αποφάσεις» και να συνομιλήσει χωρίς όρους με τον κατοχικό ηγέτη. Χωρίς καν να υπάρχει μία κοινή βάση στη μορφή της λύσης που θα επιδιωχθεί. Κατά πόσο το να συγκατανεύσουμε σε μια όποια λύση είναι «γενναίο» και «τολμηρό» είναι η στιγμή να το απαντήσουμε ξανά όλοι μας. Όχι μόνο εμείς οι πρόσφυγες, αλλά ολόκληρος ο κυπριακός λαός. Για μας η πολιτική γενναιότητα και οι τολμηρές αποφάσεις, είναι έννοιες συνυφασμένες με αρχές δικαίου και ανθρώπινα δικαιώματα και όχι με «λύσεις» μονιμοποίησης της κατοχής.
Σε αυτό το σκηνικό, είναι η ώρα να επαναξιολογήσουμε ποιες είναι οι θέσεις αρχών μας. Τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε προκειμένου να καταλήξουμε σε μία λύση. Ποια είναι τα ζητήματα που δεν μπορούμε να προσπεράσουμε. Είναι η παραμονή εποίκων και κατοχικού στρατού συζητήσιμη; Είναι η λειτουργικότητα του νέου κράτους υπό διαπραγμάτευση; Είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι αρχές δικαίου; Τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα ζήσουν με τις συνέπειες των σημερινών μας αποφάσεων. Ως Κερυνιώτες, ως πρόσφυγες, ως η απερχόμενη γενιά αυτού του τόπου, δεν χάνουμε την ελπίδα μας, όσο βλέπουμε και στα δικά τους μάτια κάθε μέρα τον ίδιο πόθο της επιστροφής.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




