Ο Γιώργος Κουντουρής, υποψήφιος βουλευτής του ΔΗΚΟ Λευκωσίας, μίλησε στο Sigmalive για την υποψηφιότητά του στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Μεταξύ άλλων, ανέλυσε τους λόγους που τον ώθησαν να διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών, καταθέτοντας τις δικές του προτάσεις του προς αντιμετώπιση της διαφθοράς αλλά και για τον εκσυγχρονισμό του κράτους.

Ποιοι λόγοι σας ώθησαν να διεκδικήσετε την ψήφο του λαού στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές;

Δεν θα απαντήσω με το στερεότυπο, ‘θέλω να προσφέρω για το κοινό καλό’, αν και ισχύει. Έχω όμως ξεκάθαρες, δυνατές και πραγματοποιήσιμες προτάσεις που θα συμβάλουν στο να εξέλθει η κοινωνία από το τέλμα στο οποίο βρίσκεται σήμερα. Είμαστε ένας λαός με ιστορία χιλιάδων χρόνων και οφείλουμε να την τιμήσουμε. Είμαστε ένας λαός τίμιος και εργατικός, ο οποίος οδηγήθηκε από το πολιτικό κατεστημένο δεκαετιών σε παρακμή και απουσία οράματος. Τα περισσότερα προβλήματά μας απορρέουν από την έλλειψη Παιδείας και Πολιτισμού. Συντηρούμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα από το οποίο απουσιάζουν ουσιαστικά αυτοί οι δύο πυλώνες. Η προσέγγισή μας απέναντι στην εκπαίδευση έχει καταντήσει να είναι χρησιμοθηρική, η παραπαιδεία υποσκέλισε τον σημαντικό ρόλο του σχολείου, οι τέχνες και ο αθλητισμός παραγκωνίστηκαν, και δεν επενδύουμε αρκετά στην έρευνα και την καινοτομία. Όλα αυτά δεν είναι άσχετα με την κρίση αξιών, την πτώση ηθών, τη διαφθορά, την έλλειψη οράματος, και τη μετανάστευση των πιο λαμπρών μυαλών της χώρας μας στο εξωτερικό. Κατέρχομαι ως υποψήφιος όχι μόνο διότι θέλω, αλλά κυρίως διότι πιστεύω πως μπορώ, να προσφέρω.

Ποιες πιστεύετε είναι οι μεγαλύτερες παθογένειες του συστήματος που χρήζουν αλλαγής;

Το νοσηρό πολιτικό κατεστημένο που είναι εμφανώς οπισθοδρομικό, καθώς και η παντελής απουσία πολιτιστικής και εκπαιδευτικής πολιτικής, η οποία θα έπρεπε να αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα του κράτους.

Υπάρχει από ό,τι φαίνεται ένα ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ πολιτικών και πολιτών στη χώρα μας. Εσείς που αποδίδετε αυτό το πρόβλημα;

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, είναι γεγονός πως οι πολιτικοί μάλλον δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν τα προβλήματα της χώρας, ούτε να αφουγκραστούν τον πολίτη και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, πόσο μάλλον να εξυπηρετήσουν τα όνειρά του. Αποδίδω αυτό το χάσμα σε δύο λόγους κυρίως: Αφενός μεν, το απερχόμενο πολιτικό προσωπικό της χώρας, στη μεγαλύτερή του πλειοψηφία, αντιμετωπίζει τα όποια προβλήματα με τρόπο παρωχημένο, πρόχειρο και επιδερμικό. Κι αυτό την ίδια στιγμή που ο Κύπριος πολίτης βιώνει ένα από τα χειρότερα βιοτικά επίπεδα στην Ευρώπη και αναγκάζεται καθημερινά να συμβιβάζεται. Δεν αξίζει στον λαό μας τέτοια υποτίμηση, δεν του αξίζουν πολιτικοί με γερασμένη πολιτική σκέψη. Η Κύπρος χρειάζεται πολιτικούς με καλλιέργεια, ευαισθησίες, όραμα, όρεξη για δουλειά και δύναμη για αλλαγή. Αφετέρου, οι κρατικοί αξιωματούχοι αντί να είναι υπηρέτες του πολίτη, συμπεριφέρονται ωσάν ο πολίτης υπάρχει για να τους υπηρετεί. Είναι κυρίως εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς που η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος, τους θεσμούς και τους πολιτικούς έχει κλονιστεί σε τέτοιο δραματικό βαθμό. Γι’ αυτό απαιτείται επειγόντως ριζική αλλαγή στον τρόπο διακυβέρνησης. Οι πολίτες δεν είναι αγέλες αμνών. Έχουν και την γνώση, και συνεχή πληροφόρηση, δεν φοβούνται να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, και απαιτούν ένα κράτος εκσυγχρονισμένο που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες τους και τα όνειρά τους. Αυτή τη διαδικασία, άλλωστε, καλείται να ρυθμίσει και η δημοκρατία. Δηλαδή, το πως οι κρατικοί αξιωματούχοι, ως υπηρέτες του πολίτη, θα τον εξυπηρετήσουν καλύτερα.

Τι έχετε να προτείνετε σαν αντίβαρο στη διαφθορά;

H διαχρονική αποτυχία, από ιδρύσεως του κράτους το 1960 μέχρι σήμερα, στο να ιεραρχήσουμε ορθά τις προτεραιότητές μας και να οριοθετήσουμε τους πυλώνες πάνω στους οποίους οφείλει να στηρίζεται μια πολιτεία, μας οδήγησε σε μια νοσηρή κατάσταση, με κύριο σύμπτωμά της την αδιανόητα διευρυμένη διαφθορά. Στήθηκε μια υπέρ υλιστική δομή, η οποία επιχείρησε να παρακάμψει τις αρχές της παιδείας και του πολιτισμού, και σήμερα ζούμε τα αποτελέσματα αυτής της αδιαφορίας. Γι’ αυτό επείγει η θέσπιση μιας νέας, στιβαρής και μακροπρόθεσμης πολιτιστικής και εκπαιδευτικής πολιτικής με τη συμμετοχή των Υπουργείων Παιδείας, Οικονομικών και Τουρισμού, η οποία πρέπει να εξεταστεί από τη Βουλή, και θα αποτυπώνεται στον κρατικό προϋπολογισμό. Μόνο έτσι, μόνο αν η κοινωνία και η πολιτεία γαλουχηθούν με αρχές και αξίες, θα κάνουμε το πρώτο μας βήμα προς ένα δίκαιο και παραγωγικό κράτος.

Tι έχετε να προτείνετε άμεσα προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του κράτους;

Προτείνω καταρχάς την κατάργηση όλων των αναχρονιστικών θεσμών, όπως η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας και η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας. Οι θεσμοί αυτοί αποτελούν θεσμοθετημένη πολιτική παρέμβαση και κατά συνέπεια είναι επιζήμιοι για το κράτος δικαίου. Διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή από την εκάστοτε κυβέρνηση, άρα βάσιμα υποθέτω πως οι ενέργειές τους διεξάγονται με κομματικά και όχι αξιοκρατικά κριτήρια. Οι 8 αυτοί άνθρωποι, διορίζουν, αξιολογούν, μεταθέτουν, απολύουν, χιλιάδες ανθρώπους, βάσει κριτηρίων που ενδεχομένως δεν είναι δίκαια. Επείγει η αντικατάστασή τους από σύγχρονες διαδικασίες διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, διαδικασίες που ισχύουν εδώ και δεκαετίες σε άλλες χώρες. Και πάλι, όμως, ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Ό,τι και να διορθώσουμε, σε όσες ενέργειες και αν προχωρήσουμε, θα λειτουργούν μόνο εν είδει παυσίπονου αν συνεχίσουμε να παρακάμπτουμε την Παιδεία και τον Πολιτισμό, και πάντα θα καταλήγουμε στο ίδιο σημείο: την υπανάπτυξη. 

Βιώνουμε μια αυξανόμενη απόσταση των πολιτών από τους πολιτικούς, η οποία καταγράφεται και σε δημοσκοπήσεις. Που οφείλεται το φαινόμενο αυτό κατά την άποψή σας κύριε Κουντούρη;

Πράγματι, τον τελευταίο χρόνο οι πολίτες χάνουν ολοένα και περισσότερο την εμπιστοσύνη τους προς τους θεσμούς, και αυτό είναι κατά την άποψή μου απόλυτα δικαιολογημένο. Πέρα από το γεγονός ότι έχουν γίνει αυτόπτες μάρτυρες του διασυρμού της χώρας μας διεθνώς, βιώνουν και οι ίδιοι το καθεστώς αναταραχής και αποσταθεροποίησης που προκάλεσε η κυβέρνηση και τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα διαφθοράς, οι κάκιστοι χειρισμοί της στο θέμα της πανδημίας και η αποτυχία της να επικοινωνήσει με τον πολίτη και να υπολογίσει τις ανάγκες του. Οδηγηθήκαμε κυριολεκτικά σε μια πρωτόγνωρη διασάλευση της δημόσιας τάξης, την οποία η κυβέρνηση όχι μόνο αδυνατεί να ελέγξει, αλλά την άφησε να διαβρώσει όλες τις δομές της πολιτείας.

Επαναλαμβάνω – η κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να πάψει να αντιμετωπίζει τους πολίτες σαν αγέλες άμυαλων θηλαστικών. Οι πολίτες έχουν και γνώση, και συνεχή πληροφόρηση και δεν φοβούνται να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Δεν μπορούν να δεχτούν την καταπάτηση των δικαιωμάτων τους και δεν ανέχονται άλλο τη φαλκίδευση των θεσμών, για κανένα λόγο, και ειδικά από μια κυβέρνηση που δεν τους προσφέρει τα αυτονόητα. Απαιτούν ένα κράτος ανθρώπινο, εκσυγχρονισμένο που να εξυπηρετεί τις ανάγκες τους. Σε όλα αυτά τα σημεία, και άλλα πολλά, η κυβέρνηση Αναστασιάδη, με τα σκάνδαλα και τους αλλοπρόσαλλους χειρισμούς της, έχει αποτύχει παταγωδώς.

Σας ακούσαμε δημόσια να αμφισβητείτε ακόμη και τις διαδικασίες αγοράς των rapid tests από το κράτος.  Γιατί;

Η αμφισβήτησή μου απορρέει από την εμμονική στάση του Υπουργείου να προωθεί τη διενέργεια δεκάδων χιλιάδων τεστ ταχείας ανίχνευσης κάθε μέρα, καυχησιολογώντας μάλιστα για το γεγονός πως τοποθέτησε την Κύπρο στην κορυφή του παγκόσμιου χάρτη όσο αφορά την αγορά και διενέργεια αυτών των τεστ.

Όντως, έχω καλέσει δημόσια την Ελεγκτική Υπηρεσία να ερευνήσει και να δημοσιοποιήσει όλη τη διαδικασία επιλογής και καταχώρησης προσφορών, και να εξετάσει αν υπάρχει το ενδεχόμενο διαφθοράς, και κατά πόσο η γραμμή του χρήματος για τα rapid test οδηγεί σε κρατικούς αξιωματούχους και σε συγκρουόμενα συμφέροντα.

Τους τελευταίους έξι μήνες έχουν δαπανηθεί πάνω από 30 εκατομμύρια ευρώ σε αυτά τα τεστ. Δεν μπορεί σε καμία των περιπτώσεων να δικαιολογηθεί αυτή η δαπάνη, ειδικά όταν τα συγκεκριμένα τεστ, ως γνωστό από τον ίδιο τον ΠΟΥ, αποτελούν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο εάν χρησιμοποιούνται στοχευμένα, για παράδειγμα σε δομές, νοσηλευτήρια, οίκους ευγηρίας, αλλά δεν ενδείκνυνται για να εξετάζουν ανεξέλεγκτα μάζες ανθρώπων που είναι φαινομενικά υγιείς. Είναι δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν εάν οι διαδικασίες ήταν διαφανείς ή αν υπάρχει το ενδεχόμενο διασπάθισης δημοσίου χρήματος, την στιγμή που αυτά τα χρήματα είναι των πολιτών και θα μπορούσαμε να τα είχαμε επενδύσει ουσιαστικά στον τομέα της υγείας, σε νοσηλευτήρια και στην στελέχωσή τους.

Εκφράζετε συχνά  έντονη αμφισβήτηση για τους χειρισμούς του Υπουργού Υγείας και των συνεργατών του απέναντι στην πανδημία. Γιατί;

Προσωπικά έχω ζητήσει την παραίτηση του Υπουργού Υγείας, κ. Κωνσταντίνου Ιωάννου για την τραγική κατάσταση στην οποία οδήγησε τη χώρα. Από την έναρξη της πανδημίας, οι Κύπριοι πολίτες επέδειξαν αξιέπαινη στωικότητα και αλληλεγγύη στα μέτρα που ανακοίνωνε η κυβέρνηση, παρά το ότι ήταν ιδιαίτερα αυστηρά. Στην αρχή, δεν είχαμε καθόλου γνώση, αλλά είχαμε όλο τον χρόνο μπροστά μας να συντονιστούμε και να καταστρώσουμε ένα στρατηγικό σχέδιο για τους επόμενους μήνες.

Το Υπουργείο, πιθανότατα δια των συμβούλων του, πίστευε πως ο ιός θα εξαφανιζόταν ως δια μαγείας, ως εκ τούτου δεν εκμεταλλεύτηκε τον χρόνο. 14 μήνες μετά και τα νοσηλευτήρια της χώρας μας, που αντιμετώπιζαν ήδη τεράστια και διαχρονικά προβλήματα, είναι στο ίδιο σημείο. Την ίδια ανεπάρκεια επέδειξε και στο πρόγραμμα των εμβολιασμών, κατά το οποίο χάθηκε πολύτιμος χρόνος, και ακόμα χειρότερα, δεν φρόντισε να έχει επάρκεια όλων των εμβολίων. Και αντί ο κ. Ιωάννου να αναλάβει τις ευθύνες του ως υπουργός, ρίχνει κατ’ επανάληψη την ευθύνη στους πολίτες. Εδώ και ένα χρόνο, κλειδώνει και ξεκλειδώνει τη χώρα, εκδίδει ακατανόητα διατάγματα, προκαλώντας τεράστιες οικονομικές απώλειες και στο κράτος και στους πολίτες. Έπειτα, στοιβάζει τους ανθρώπους σε ουρές για να εξεταστούν, ταλαιπωρώντας τους, και αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες διασποράς του ιού. Όταν όμως οι επιδημιολογικοί δείκτες συνεχίζουν να ανεβαίνουν, του φταίνε οι πολίτες – ποτέ ο εαυτός του ή οι σύμβουλοι που επέλεξε για να στελεχώσει την ομάδα του, οι οποίοι προσέτι αντιμετωπίζουν τον πολίτη σαν μαθητούδι τους, περιοδεύοντας τα κανάλια και κουνώντας το δάκτυλο με αλαζονεία και τρόπο απολυταρχικό.

Απολυταρχικό επίσης θα χαρακτήριζα και το λεγόμενο safepass – ένα επαίσχυντο από όλες τις απόψεις μέτρο, το οποίο καταπατά θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και παραβιάζει βασικές ελευθερίες. Δεν μπορεί ο κ. Ιωάννου να εκβιάζει τους πολίτες και να τους εξαναγκάζει εμμέσως να εμβολιασθούν, την στιγμή που ο ίδιος ευθύνεται για τη βραδυπορία του εμβολιαστικού πλάνου. Ο Υπουργός μάλλον δεν έχει συνειδητοποιήσει πως ζει σε δημοκρατία, και επικαλείται συνεχώς άλλες χώρες που δεν έχουν καμία σχέση πολιτειακά, πληθυσμιακά ή γεωγραφικά με την Κύπρο για να δικαιολογήσει την αποτυχία του. Εν πάση περιπτώσει, το safepass είναι αντισυνταγματικό, δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και διακρίνει τους πολίτες σε δύο κατηγορίες. Πέρα από παράλογο και ανεφάρμοστο, είναι επίσης επικίνδυνο, διότι βλέπουμε, και από τους θανάτους που καταγράφονται, πως σε αυτό το στάδιο, ο εμβολιασμός δεν είναι πανάκεια. Πώς μπορεί να δίνει διαβατήριο σε κάποιον που έκανε μια δόση του εμβολίου, ωσάν και είναι ασφαλής για τον εαυτό του και τους γύρω του, και να στερεί την ελευθερία διακίνησης από κάποιον που μπορεί να μην εμβολιάσθηκε αλλά τηρεί όλα τα μέτρα; Αυτές είναι ανεκδιήγητες αποφάσεις και δεν συνάδουν με τη λογική. Εδώ και ένα χρόνο ο Υπουργός και η ομάδα του εξευτελίζουν τη νοημοσύνη των πολιτών.

Ακούσαμε για πρώτη ίσως φορά από εσάς την ριζοσπαστική θέση για κατάργηση των Επιτροπών Δημόσιας και Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας. Πως τεκμηριώνετε αυτή σας τη θέση;

Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) αποτελεί το επιστέγασμα του απηρχαιωμένου συστήματος της χώρας μας. Η συγκεκριμένη επιτροπή συστάθηκε για πρώτη φορά το 1965, βάσει άρθρου που «αφορά άσκηση αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης.» Έκτοτε, το καθεστώς της παραμένει αναλλοίωτο! Διορίζεται για εξαετή θητεία από το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή από την εκάστοτε κυβέρνηση, και αποτελείται από τέσσερα άτομα, τα οποία αποφασίζουν για τους διορισμούς, τις μονιμοποιήσεις, τις προαγωγές, την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου, την απόλυση και τις μεταθέσεις όλων, ανεξαιρέτως, των εκπαιδευτικών αυτής της χώρας. Πρόκειται αναμφίβολα για έναν θεσμό βαθιά ριζωμένο στην κομματοκρατία, που αντιτάσσεται στην έννοια των ίσων ευκαιριών και στο κοινωνικό κράτος δικαίου. Του λόγου το αληθές, ο νυν Πρόεδρος της ΕΕΥ είναι ο πρώην Διευθυντής του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Αξίζει να σημειωθεί πως η επιτροπή αμείβεται με τεράστια για τα κυπριακά δεδομένα ποσά – ο μισθός των μελών της ανέρχεται στα 98,000 Ευρώ, ενώ του Προέδρου της στα 132,000 Ευρώ ετησίως. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, μια επιτροπή που είναι μονίμως επιρρεπής στους κομματικούς μηχανισμούς – και με τη θητεία των μελών της να υπερβαίνει τη θητεία όλων των δημοκρατικά εκλελεγμένων αξιωματούχων του κράτους – να καθορίζει, μέσω συνεντεύξεων που δεν διέπονται από διαφάνεια, το ύψος της βαθμολογίας των υποψηφίων, αλλοιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα μετρήσιμα αποτελέσματα των εξετάσεών τους; Με ποια κριτήρια;

Όσοι, για τους δικούς τους λόγους, ευνοούν τέτοιες πρακτικές, είναι υπαίτιοι για τη μετανάστευση των καλύτερων παιδιών μας στο εξωτερικό. Σε μια ευρωπαϊκή χώρα, εν έτει 2021, οφείλουμε να εκσυγχρονίσουμε άμεσα τις διαδικασίες, ούτως ώστε να υπάρχει δίκαιη και αμερόληπτη πρόσληψη και αξιοκρατική αξιολόγηση των υπαλλήλων του δημοσίου. Είναι θέμα δικαιοσύνης, ίσων ευκαιριών, κράτους δικαίου. Είναι θέμα εύρυθμης λειτουργίας της δημοκρατίας.