Την πάγια θέση του ΔΗΚΟ, ότι δηλαδή είναι εναντίον του ξεπουλήματος των Ημικρατικών Οργανισμών εξέφρασε ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Μάριος Καρογιάν κατά τη συνάντηση που είχε το πρωί της Παρασκευής με τον Υπουργό Οικονομικών, Χάρη Γεωργιάδη.

Σε δηλώσεις του μετά το τέλος της συνάντησης, είπε ότι το ΔΗΚΟ είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σε ότι αφορά το μέλλον των ημικρατικών οργανισμών. Μάλιστα κατέθεσα σειρά εναλλακτικών τρόπο ώστε από τη μια να ικανοποιείται ο μνημονιακός όρος για εξεύρεση 1,4 δις και από την άλλη να επιτυγχάνεται ο εκσυγχρονισμός και αναδιάρθρωση των οργανισμών.

«Τόνισα στον Υπουργό Οικονομικών πως το ΔΗ.ΚΟ. εμμένει στην πάγια θέση του, ότι δηλαδή δεν δεχόμαστε ξεπουλήματα των Ημικρατικών Οργανισμών ούτε την αποξένωση τους από το κράτος.  Εξέφρασα την ευαρέσκεια μου για την έναρξη διαλόγου με τις συντεχνίες.  Θεωρώ ότι οι πρώτες σκέψεις που αντηλλάγησαν μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και των εκπροσώπων των εργαζομένων αποτελούν πράγματι μια καλή βάση για τη συνέχιση του διαλόγου στο πνεύμα που επιβάλλει ο σεβασμός των όρων που προβλέπει το μνημόνιο», είπε χαρακτηριστικά.

Είπε επίσης ότι στη συνάντηση τέθηκε και το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, εκφράζοντας την άποψη ότι επιτέλους θα πρέπει να παρθούν αποφάσεις ώστε να καθησυχάσουν την κοινωνία και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο μαζικής εκποίησης κατοικιών.

«Καταθέσαμε συγκεκριμένες προτάσεις. Κυρίως για τη διαφύλαξη της πρώτης κατοικίας. Κατέθεσα, επίσης εισηγήσεις για την εφαρμογή προγραμμάτων, που εκτός από την αποτροπή της εκποίησης περιουσιών, να προβλέπουν αναδιάρθρωση των στεγαστικών δανείων, τουλάχιστον σε ότι αφορά την πρώτη κατοικία”, είπε χαρακτηριστικά.

Σε ότι αφορά το επικαιροποιημένο μνημόνιο σημείωσε την ικανοποίηση του για την επίτευξη των οικονομικών στόχων γεγονός που αποτρέπει την υιοθέτηση επιπρόσθετων μέτρων.

«Παράλληλα υπογράμμισα πως ο μόνος τρόπος για να τεθούν ξανά τα οικονομικά του κράτους σε βιώσιμη βάση και να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ανεργίας, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην επανεκκίνηση της οικονομίας», τόνισε.

Πρόσθεσε δε ότι για την επανεκκίνηση της οικονομίας χρειάζεται να εκπληρωθούν δύο τουλάχιστον προϋποθέσεις: “Να γίνει επανασχεδιασμός του οικονομικού μας μοντέλου, ώστε να αναγνωριστούν οι τομείς που έχουν προοπτικές ανάπτυξης στο νέο περιβάλλον. Τέτοιοι τομείς μπορεί να είναι αυτοί της Έρευνας, της εκπαίδευσης και της υγείας καθώς και του χρηματοοικονομικού τομέα. Να συγκεκριμενοποιηθούν στο πλαισίο του νέου οικονομικού μοντέλου τα κίνητρα για επένδυση σε αυτούς τους παραγωγικούς τομείς. Για αυτό το σκοπό, θα ήταν πολύ χρήσιμο να υπάρξουν καλά προετοιμασμένες και οργανωμένες συναντήσεις με υποψήφιους επενδυτές, ώστε σε συνεργασία μαζί τους να θεσπίσουμε τα κίνητρα που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των επενδύσεων τους», κατέληξε.