Ως άκρως επικίνδυνες για τη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού θεωρεί το Κίνημα των Οικολόγων Περιβαλλοντιστών τις ενέργειες του Αλεξάντερ Ντάουνερ, χαρακτηρίζοντας, παράλληλα, ως απαράδεκτη την a priori βάση διαπραγματεύσεων του Ειδικού Συμβούλου του ΓΓ του ΟΗΕ για το Κυπριακό.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η Εκπρόσωπος Τύπου του Κινήματος Ελένη Χρυσοστόμου, μιλώντας σε δημοσιογραφική διάσκεψη, είπε ότι «με ιδιαίτερη ανησυχία διαπιστώνεται ότι την ώρα που η κυπριακή πολιτική ηγεσία ξεκαθάρισε ότι δεν αποδέχεται το έγγραφο συγκλίσεων/αποκλίσεων 2008-2012 ως βάση για διαπραγμάτευση του Κυπριακού, η ομάδα Ντάουνερ κάνει εμφανείς - για ακόμα μια φορά - τις προθέσεις της και επιμένει ότι θα πρέπει το συγκεκριμένο έγγραφο να αποτελέσει συστατικό κομμάτι της διαδικασίας».
«Η επιμονή αυτή της διαπραγματευτικής ομάδας για το Κυπριακό του κ. Ντάουνερ προφανώς θέλει να επιτύχει δύο πράγματα: Πρώτον, να τροχοδρομηθούν διαδικασίες «εξπρές» για να προλάβουν τα άτυπα χρονοδιαγράμματα που οι ίδιοι έχουν θέσει και δεύτερον, να οδηγήσουν σε μια επικίνδυνη διαδικασία συνομιλιών χωρίς να υπάρχει καν κοινό έδαφος επί της συμφωνίας κάποιου κοινά αποδεκτού ανακοινωθέντος», πρόσθεσε.
Η κα. Χρυσοστόμου είπε ότι «θεωρούμε τις ενέργειες αυτές του κ. Ντάουνερ ως άκρως επικίνδυνες για την διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού την ώρα μάλιστα που υπάρχουν ανοικτά τα μέτωπα χειρισμού της οικονομίας και της αξιοποίησης του ενεργειακού πλούτου της Κύπρου, κεφάλαια τα οποία θα πρέπει να διαχωριστούν από τις οποιεσδήποτε διαδικασίες για το Κυπριακό».
«Ιδιαίτερη ανησυχία», πρόσθεσε, « προκαλεί η χτεσινή ομιλία του Αμερικανού Πρέσβη στο συνέδριο για την Ενέργεια των ΕΔΗ, ο οποίος μετά που αναγνώρισε το δικαίωμα της Κύπρου να αξιοποιήσει τον ενεργειακό πλούτο της Κυπριακής ΑΟΖ στη συνέχεια μίλησε για ισότιμο διαμοιρασμό των ενεργειακών αποθεμάτων μεταξύ των δύο κοινοτήτων στα πλαίσιο λύσης του Κυπριακού».
Όπως είπε, « η τοποθέτηση αυτή συνδέει άμεσα την ενεργειακή πολιτική με τις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού και από την άλλη σκιαγραφεί τις προθέσεις των Αμερικανών για λύση συνομοσπονδίας», προσθέτοντας ότι «ο ενεργειακός πλούτος, όπως και εν γένει οι φυσικοί πόροι θεωρούνται κτήμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης η οποία φροντίζει στη δίκαιη και ισότιμη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών χωρίς φυλετικές, εθνικές, κοινωνικές ή θρησκευτικές διακρίσεις».
«Η αναφορά σε "ισότιμη κατανομή μεταξύ των δυο κοινοτήτων" δημιουργεί προϋποθέσεις για προβολή κυριαρχικών δικαιωμάτων από αυτά που αποκαλούνται "συστατικά μέρη μιας ομοσπονδίας" στους κρατικούς φυσικούς πόρους και ιδιαίτερα στους υδρογονάνθρακες», είπε.
Αυτή η αναφορά, κατέληξε, «μπορεί να μην είναι άσχετη με όσα εμποδίζουν την έκδοση κοινής εναρκτήριας δήλωσης για τις διαπραγματεύσεις».




