Έγιναν εγκλήματα στον τραπεζικό τομέα και υπάρχουν βεβαιότατα συγκεκριμένες ευθύνες, σε συγκεκριμένους διαχειριστές, με ονόματα και διευθύνσεις, δήλωσε σήμερα ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος πρόσθεσε πως η δικαιοσύνη πρέπει να πάρει την πορεία της, γιατί είναι και λαϊκή απαίτηση ότι πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά, όσοι ευθύνονται την οικονομική τραγωδία του τόπου.
Σε δηλώσεις του, μετά από τη συνάντηση που είχε με το Σύνδεσμο Τραπεζών, κατά την οποία συζητήθηκε το θέμα του ευρύτερου τραπεζικού τομέα, ο κ. Νεοφύτου είπε πως «πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως με το να κτυπούμε καθημερινά το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολο του, το μόνο που επιτυγχάνουμε είναι να δημιουργούμε περισσότερα προβλήματα», σημειώνοντας ότι «παρά τις θετικές αξιολογήσεις της Τρόικα τα προβλήματα παραμένουν στην πραγματική οικονομία και χρειάζεται να βγαίνουμε με μια θετική ατζέντα, να βάζουμε στόχους θετικούς και με σύνεση και σωφροσύνη σταδιακά να επανακτήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη του».
«Το πολιτικό σύστημα έχει βαρύτατες ευθύνες μηδενός εξαιρουμένου. Το τραπεζικό σύστημα, που λόγω λαθών συγκεκριμένων τραπεζιτών, αλλά και λόγω εποπτικών ελλειμμάτων, έσπρωξε το λαό στο γκρεμό. Πρέπει να ξεκινήσουμε σιγά- σιγά την αναρρίχηση, πιάνοντας χέρι - χέρι πολιτεία, κοινωνικό σύστημα, χρηματοπιστωτικός τομέας, θεσμικά όργανα, Κεντρική Τράπεζα», είπε.
Αναφερόμενος στο θέμα των δανειστικών επιτοκίων, ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ είπε πως «όλοι κατανοούμε ότι από τη μια πρέπει να διασφαλίσουμε την βιωσιμότητα του χρηματοπιστωτικού μας τομέα, να επανακτήσουμε την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία, αλλά την ίδια στιγμή όλοι βλέπουμε μια πραγματικότητα ότι στην Κύπρο έχουμε με διαφορά τα πιο ψηλά δανειστικά επιτόκια σε ολόκληρη την ευρωζώνη».
«Έστω και με τις τελευταίες θετικές μειώσεις», σημείωσε, «παραμένουμε με 2 - 2,5 ποσοστιαίες μονάδες πιο ψηλά από το μέσο όρο της Ευρώπης. Αυτό σκοτώνει την οικονομία. Κατανοούμε ότι οποιαδήποτε παρέμβαση μπορεί να έχει και θετικά και αρνητικά. Είναι το τελευταίο εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Ευχόμαστε να μην χρειαστεί ποτέ να το χρησιμοποιήσουμε. Αλλά μέσα από τη συζήτηση διαπιστώσαμε δύο πράγματα. Όλοι σε μια εθνική συνεννόηση να επιλύσουμε, να διορθώσουμε, να υπάρχει δυνατότητα σε μερικές βδομάδες, μερικούς μήνες μάξιμουμ, να μειωθούν περαιτέρω τα δανείστηκα επιτόκια».
Σε σχέση με την οροφή που έχει θέσει η Κεντρική Τράπεζα στα καταθετικά επιτόκια LIBOR συν 3%, ο κ. Νεοφύτου είπε: «Θεωρούμε πως σήμερα είναι ώριμες οι συνθήκες για επανεξέταση αυτής της οροφής σε ένα LIBOR συν 2% - 2.5%. Αυτό τι σημαίνει στη πράξη; Ευχέρεια του χρηματοπιστωτικού τομέα για ακόμα μια φορά να αποκλιμακώσει για ακόμα μια μονάδα τα δανειστικά επιτόκια».
Επίσης, είπε πως ο Σύνδεσμος Τραπεζών και ο χρηματοπιστωτικός τομέας αναγνωρίζουν ότι έχουν ψηλά λειτουργικά κόστη και ότι οπωσδήποτε πρέπει να τα μειώσουν, υπάρχουν ακόμα και νομοθετικές ρυθμίσεις, που παρεμποδίζουν, έστω και για αυτούς που έχουν την πολιτική βούληση να προχωρήσουν, να μειώσουν αυτά τα λειτουργικά κόστη.
«Ο καλύτερος τρόπος», ανέφερε, «είναι μέσα από μια κοινωνική συνεννόηση, και στέλνουμε και ένα μήνυμα στο πολύ υπεύθυνο συνδικαλιστικό κίνημα, που έδειξε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, όπως και όλοι οι πολίτες, μια υπευθυνότητα. Θέλουμε να τους κάνουμε και δημόσια μια έκκληση. Η κατανόηση τους και η συνεργασία τους για μείωση των λειτουργικών εξόδων του χρηματοπιστωτικού τομέα, τους πρώτους που προστατεύει είναι τους ίδιους τους εργαζομένους στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Γιατί από τη μια θα έχουν τη δυνατότητα οι τράπεζες να παραμείνουν βιώσιμες, μειώνοντας και τα διοικητικά και λειτουργικά τους κόστη και θα έχουν και περαιτέρω ευχέρεια για περαιτέρω μείωση των δανειστικών επιτοκίων, ωφέλιμη για την αγορά και την οικονομία και όταν όλοι συμβάλουμε για να ενισχύσουμε την οικονομία να επανεκκινήσει γρηγορότερα τότε όλοι θα βγούμε κερδισμένοι».
Επιπλέον, ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ ανέφερε ότι «είμαστε όλοι στο ίδιο πλοίο» και ότι «πρέπει να εγκαταλείψουμε τις νοοτροπίες που μας έφεραν ως εδώ».
Συνέχισε λέγοντας πως «η μόνη έγνοια μας εδώ και δεκαετίες, έστω και αν γνωρίζαμε ότι το πλοίο έμπαζε νερό, ήταν πώς να αναβαθμίζαμε ο καθένας προσωπικά ή επαγγελματικά ή επιχειρηματικά ή τομεακά την καμπίνα μας στο πλοίο, νομιζόμενοι ότι αν ήμασταν σε πολυτελείς καμπίνες και δεν ήμασταν στο κατάστρωμα, θα ήμαστε καλύτερα. Ναι, πράγματι κάποιοι ήταν καλύτερα για κάποια χρόνια. Αντί να διορθώσουμε το καράβι, προσπαθήσαμε να αναβαθμιστούμε προσωπικά, είτε σαν ομάδες».
«Τώρα είναι η ώρα να βάλουμε ως εθνικό στόχο την επανεκκίνηση της οικονομίας, και είναι ώριμος ο λαός μας να δεχτούμε επιπρόσθετες θυσίες όσοι σηκώνουμε για να σώσουμε τον τόπο μας», είπε.
Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Συνδέσμου Τραπεζών Γιώργος Γεωργίου ανέφερε πως «υπάρχουν κάποιες κινήσεις, που μπορεί να γίνουν άμεσα και κάποιες σε βάθος χρόνου, ούτως ώστε να μπορέσουμε να επανεκκινήσουμε την οικονομία», για να προσθέσει πως «οι τράπεζες συνεισφέρουν όχι μόνο σε περιόδους ακμής, αλλά και σε περιόδους κρίσης και η κοινωνία σήμερα χρειάζεται τη στήριξη των Τραπεζών, σε βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει».
Είπε ακόμα πως «οι τράπεζες εκπλήρωσαν την υποχρέωση της πλήρους ανακεφαλαιοποίησης, άρα είναι ισχυρές και δυνατές από πλευράς κεφαλαιακής δομής και αυτό έγινε βάσει της διαγνωστικής μελέτης της PIMCO, με το ακραίο σενάριο άρα αυτό είναι μια θετική εξέλιξη».
Πρόσθεσε πως υπάρχουν θέματα με τη ρευστότητα του συστήματος, ωστόσο εξέφρασε την ελπίδα ότι σταδιακά αυτό μπορεί να διορθωθεί. Επίσης, είπε ότι έχουν προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων και θα προσπαθήσουν να δουν που μπορεί να διορθώσουν τα επίπεδα των επιτοκίων τους.
«Στο βαθμό που μπορούμε», επισήμανε, «αυτό θα γίνει άμεσα, αλλά σίγουρα θα συνεργαστούμε τράπεζες κοινωνία, κόμματα και κυβέρνηση στο να διασφαλίσουμε ότι όλοι θα βάλουμε το λιθαράκι μας στο να μπορέσουμε να βοηθήσουμε στην επανεκκίνηση της οικονομίας.




