News Politics Αποτροπή ισλαμικής ριζοσπαστικοποίησης και η Κύπρος

Αποτροπή ισλαμικής ριζοσπαστικοποίησης και η Κύπρος

Η τουρκική εισβολή στη Βόρεια Συρία δεν επέφερε μόνο σφαγές κατά των Κούρδων αλλά πυροδότησε και νέα κύματα ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, κυρίως προς την Ευρώπη.

 

Την ίδια ώρα η δραπέτευση εκατοντάδων τζιχαντιστών του Ντάες από τις φυλακές όπου κρατούνταν, και η εξόντωση του ηγέτη των τζιχαντιστών, Αλ Μπαγκτάντι, που ακολούθησε, άναψε καμπανάκι εγρήγορσης σε όλες τις   υπηρεσίες ασφαλείας της Δύσης για τυχόν αντίποινα. Από την πλευρά του ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που εξέθρεψε το προηγούμενο διάστημα το αβγό του ισλαμιστικού φιδιού, κατηγόρησε την Ευρώπη για συνεργασία με τρομοκράτες και  προειδοποίησε ότι «βόμβες θα αρχίσουν να εκρήγνυνται στους ευρωπαϊκούς δρόμους, τα όπλα θα βρέχουν θάνατο». Κύπρος και Ελλάδα αποτελούν κράτη πρώτης γραμμής υποδοχής, κυρίως, μουσουλμάνων μεταναστών και η ανεξέλεγκτη εισροή τους δημιουργεί εύλογα  φόβους για τον κίνδυνο ριζοσπαστικοποίησης ισλαμιστικών ομάδων.

Από την άλλη η Ιταλία, επίσης κράτος πρώτη γραμμής, που δέχτηκε μεγάλο όγκο προσφύγων όλα τα προηγούμενα  χρόνια, άλλαξε πρόσφατα μεταναστευτική πολιτική και μέχρι σήμερα κατάφερε επιτυχώς να αποτρέψει την εκδήλωση οποιασδήποτε τρομοκρατικής ενέργειας. Η «Σημερινή»  συνομίλησε για όλα τα πιο πάνω με τον Δρα   Stefano Bonino, που είναι ακαδημαϊκός εμπειρογνώμονας στον τομέα της ασφάλειας, ο οποίος εργάστηκε για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (Counter-terrorism) στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία και λειτουργεί ως σύμβουλος για τον εξτρεμισμό στην πόλη του Τορίνο (Ιταλία). Ο κ. Bonino βρέθηκε τις  προηγούμενες μέρες στην Κύπρο για μια σειρά διαλέξεων συναφών θεμάτων.


Αρχικά εξήγησε πως το λίκνο του Δυτικού πολιτισμού, η χώρα που φιλοξενεί την Πόλη-Κράτος του Βατικανού και της Αγίας Έδρας, το πιο σημαντικό σύμβολο του Χριστιανισμού, μία από τις πιο ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες και στενός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στην εξωτερική πολιτική (αν και όχι τόσο δραστήρια σε ξένα εδάφη όπως οι ΗΠΑ), η Ιταλία, θα πρέπει να ήταν ένας προφανής στόχος για την τζιχαντιστική τρομοκρατία, είτε είναι κατευθυνόμενη είτε ιδεολογικά συνδεδεμένη με την Αλ-Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος. Ωστόσο, όπως επεσήμανε, η Ιταλία παρέμεινε απαλλαγμένη από πετυχημένες τζιχαντιστικές τρομοκρατικές επιθέσεις και η κατάστασή της είναι αξιοζήλευτη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρόλο που παραμένει μια χώρα που κινδυνεύει από τη  βίαιη ριζοσπαστικοποίηση, έναν κίνδυνο που είναι διάχυτος, ετερογενής και συνεχώς εξελισσόμενος.

Μετανάστευση και νομοθεσία
Ερωτηθείς για την παρούσα κατάσταση στην Ιταλία σε σχέση με τη μετανάστευση, ο Δρ Bonino δήλωσε στη «Σ» ότι η παράνομη μετανάστευση στη χώρα εκτοξεύθηκε κατά τη διάρκεια των προηγουμένων αριστερών κυβερνήσεων και στη συνέχεια οι αριθμοί μειώθηκαν μαζικά επί της κυβέρνησης συνεργασίας της «Λέγκας του Βορρά» με το «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» του 2018-19, όταν ο Υπουργός Εσωτερικών Matteo Salvini αποφάσισε να κλείσει τα λιμάνια σε σκάφη που μεταφέρουν παράνομους μετανάστες στην Ιταλία. «Υπήρξαν πολυάριθμες διαμαρτυρίες κατά της απόφασης αυτής, κυρίως διότι εμπόδισε τις ΜΚΟ από το να μεταφέρουν εκτοπισμένους μετανάστες στην Ιταλία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η ιταλική νομοθεσία έχει αλλάξει προκειμένου να προσαρμοστεί σε ένα ‘νέο’ είδος τρομοκρατίας και σε διαφορετικές απειλές. Σημείο καμπής ήταν το 2005, με το Νόμο 155/2005 με τίτλο ‘Επείγοντα μέτρα για την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας’», ανέφερε.

Όπως μας εξήγησε, ο νόμος εισήγαγε τρεις σημαντικές βελτιώσεις:

• Πρώτον, ο Νόμος 155 επιτρέπει τη δίωξη όσων παρέχουν υλικοτεχνική υποστήριξη οποιασδήποτε φύσης σε τρομοκρατικές ομάδες ή τρομοκρατικές ενέργειες.
• Δεύτερον, αναγνωρίζει τα εγκλήματα που σχετίζονται με την τρομοκρατία, όπως η στρατολόγηση και η εκπαίδευση με στόχο τη διεξαγωγή τρομοκρατικής επίθεσης.
•  Τρίτον, επιτρέπει στις δυνάμεις ασφαλείας να διερευνούν και να ανακρίνουν κρατουμένους προκειμένου να εξασφαλίσουν πληροφορίες για την πρόληψη επιχειρήσεων που σχετίζονται με την τρομοκρατία. Η προστιθέμενη αξία αυτού του νόμου είναι το γεγονός ότι στοχεύει στον προσηλυτισμό, που μπορεί να είναι ένα κρίσιμο βήμα στη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης.

«Αυτή η νομοθεσία επιτρέπει στις ιταλικές Αρχές να παρεμβαίνουν στα πολύ πρώιμα στάδια της ριζοσπαστικοποίησης, τιμωρώντας προληπτικά, δυνητικά επικίνδυνη συμπεριφορά. Ένας δεύτερος κρίσιμος νόμος του 2005 ήταν ο Νόμος 144, ο οποίος ορίζει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών έχει την εξουσία να απελάσει οποιονδήποτε θεωρεί ότι απειλεί την ιταλική εθνική ασφάλεια. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2018, η αποκαλούμενη “Decreto sicurezza”(’’Διάταγμα Ασφάλειας’’) εισάγει το Άρθρο 17, που ρυθμίζει την ενοικίαση αυτοκινήτων, βαν και φορτηγών με στόχο την πρόληψη της χρήσης τέτοιων οχημάτων σε τρομοκρατικές επιθέσεις, όπως συνέβη στη Νίκαια, το Βερολίνο, τη Βαρκελώνη και ούτω καθεξής»,  επεσήμανε.

Ιταλικό σύστημα ασφαλείας και τρομοκρατία
Ερωτηθείς για τον τρόπο λειτουργίας και συντονισμού των ιταλικών υπηρεσιών και σωμάτων ασφαλείας, επεσήμανε πως τα ιταλικά προληπτικά μέτρα δεν είναι ιδιαίτερα εξελιγμένα, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει στρατηγική πρόληψης όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο.

«Ωστόσο, όχι μόνον οι ιταλικές δυνάμεις ασφαλείας μπορούν να διενεργούν εκτενείς επιχειρήσεις επιτήρησης, προληπτικές επιδρομές και εκδιώξεις αλλοδαπών υπόπτων, αλλά οι διοικητικές απελάσεις έχουν επίσης γίνει ο ακρογωνιαίος λίθος της αντιτρομοκρατικής στρατηγικής της Ιταλίας. Η ιταλική νομοθεσία επιτρέπει τις απελάσεις, καθιστώντας τη διαδικασία αυτή το βασικό στοιχείο που εξηγεί γιατί δεν υπήρξε μια επιτυχημένη τζιχαντιστική τρομοκρατική επίθεση στην Ιταλία και βοηθά στην κατανόηση των ιταλικών αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων».

Ειδικότερα, συνέχισε, σε αντίθεση με το τι συμβαίνει στη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Μεγάλη Βρετανία, όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός εγχώριων τζιχαντιστών, η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι που οι δυνάμεις ασφαλείας εντοπίζουν ως πιθανή απειλή δεν είναι Ιταλοί πολίτες. «Ένας άλλος ακρογωνιαίος λίθος της ιταλικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας είναι η λεγόμενη “CASA” (’’Επιτροπή Αντιτρομοκρατικής Στρατηγικής Ανάλυσης’’), μια διϋπηρεσιακή πλατφόρμα, μέσω της οποίας η πολιτική αστυνομία, η στρατιωτική αστυνομία, η οικονομική αστυνομία, η αστυνομία των φυλακών και οι υπηρεσίες ασφαλείας συνεργάζονται και συγκεντρώνουν κεντρικά πληροφορίες από διαφορετικές πηγές και υπηρεσίες προκειμένου να βελτιωθούν οι δραστηριότητες πρόληψης της τρομοκρατίας, να συντονιστούν οι επιχειρήσεις εναντίον ομάδων ή ατόμων που υπάρχουν υποψίες για σχέσεις με τζιχαντιστικά κινήματα, και να μοιράζονται πληροφορίες.

Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ο Δρ Bonino σημείωσε πως  η CASA ασχολείται με μεμονωμένα άτομα που παρουσιάζονται  ύποπτα ότι είναι μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων, ακόμη και όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό. «Η φύση της CASA, η ιταλική νομοθεσία και η δύναμη και η εμπειρία των δυνάμεων ασφαλείας για την καταπολέμηση της ακροαριστερής και ακροδεξιάς τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια των λεγόμενων ’’Χρόνων του Μολύβδου’’ (τέλη της δεκαετίας του 1960 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980), είναι μερικοί από τους παράγοντες που εξηγούν την ιταλική ιδιαιτερότητα σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι όμως επίσης σημαντικό να παρατηρήσουμε τις ιδιαιτερότητες της μουσουλμανικής κοινότητας που ζει στην Ιταλία, ιδίως την έλλειψη ‘’γκέτο’’, μιας μεγάλης νέας γενιάς με δυσαρέσκεια τόσο για την ιταλική αποικιακή ιστορία όσο και για την εξωτερική πολιτική, παίζοντας και αυτό ρόλο στο να μη  δημιουργηθεί εύφορο έδαφος για τζιχάντ».

Σύγκριση με την Κύπρο
Κληθείς να σχολιάσει την παρούσα κατάσταση στο νησί μας  δεδομένης παράλληλα και της  ιδιαιτερότητας από την de facto διχοτόμηση από την Τουρκία, ο Δρ Bonino εξήγησε πως η Κύπρος είναι μια χώρα που αντιμετωπίζει μεγάλη μετανάστευση από πλειοψηφικά μουσουλμανικές χώρες και μια συνεχώς διερευνώμενη μουσουλμανική κοινότητα. «Η ύπαρξη μεγάλης μουσουλμανικής κοινότητας αυτή καθαυτή δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με την τζιχαντιστική τρομοκρατία, θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία θυλάκων μειονεκτήματος σε ορισμένες περιοχές των κύριων κυπριακών πόλεων. Τα ’’γκέτο’’ είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα, διότι προσφέρουν εύφορο έδαφος για καλλιέργεια δυσαρέσκειας ενάντια στον τοπικό πληθυσμό, όπως αποδεικνύουν τα “banlieues” στη Γαλλία», είπε.
Καταληκτικά είπε πως η  εγγύτητα  της Κύπρου με πολεμοδαρμένες χώρες, όπου το Ισλαμικό Κράτος είναι ενεργό, όπως η Συρία, είναι πολύ ανησυχητική.

«Ωστόσο, οι τζιχαντιστές τρομοκράτες μπορεί να προτιμούν να χρησιμοποιούν την Κύπρο ως βάση για να φτάσουν στην ηπειρωτική Ευρώπη, αντί να στοχοποιήσουν την ίδια. Με αυτήν την έννοια, η Κύπρος θα μπορούσε να απαλλαγεί από μαζικές θηριωδίες για λειτουργικούς λόγους», σημείωσε.

Ενισχύοντας και προσθέτοντας στις διαπιστώσεις του Δρος Bonino, o Λέκτορας Αστυνόμευσης στην  Εκπαίδευση Δοκίμων Αστυφυλάκων Λάμπρος Καούλλας δήλωσε στη «Σημερινή» ότι το πιο σημαντικό είναι να αποφευχθεί η δημιουργία επιπλέον δημογραφικο-εδαφικών εστιών ανεξέλεγκτης παρανομίας και ανεπιτήρητης ριζοσπαστικοποίησης και στις ελεύθερες περιοχές, αφού τα τουρκοκρατούμενα κατεχόμενα αποτελούν ήδη μια τεράστια μαύρη τρύπα ανασφάλειας, όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη. «Άλλωστε, η ίδια η πρόσφατή μας ιστορία δείχνει πως τα σενάρια που περιέγραψε ο συνάδελφος Bonino εν σχέση με τη Γαλλία και το Βέλγιο, όχι μόνο δεν είναι εξωπραγματικά, αλλά ως Κύπριοι τα ζήσαμε πριν από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Μετά τα γεγονότα του 1963-64, τα τουρκοκυπριακά “banlieues”, οι ’’θύλακες’’ δηλαδή, ήταν τα ’’γκέτο’’ όπου η κυπριακή αστυνομία δεν μπορούσε να εισέλθει και να επιβάλει τον νόμο και την τάξη. Εκτός των παράνομων δραστηριοτήτων που ελάμβαναν χώραν μέσα σε αυτά, όπως στρατιωτική εκπαίδευση και συγκέντρωση παράνομου οπλισμού, οργανώνονταν ένοπλες επιθέσεις κατά Κυπρίων πολιτών, όπως πυροβολισμοί κατά πεζών και αυτοκινήτων και κλοπές ζώων», επεσήμανε.

Σήμερα, συνέχισε ο Δρ Καούλλας, η «έξυπνη αστυνόμευση» (“smart policing”), με έμφαση στην «πληροφοριοκεντρική αστυνόμευση» (“intelligence-led policing”), είναι κλειδί στην αποτελεσματική πρόληψη τρομοκρατικών επιθέσεων. «Αυτές οι σύγχρονες μορφές αστυνόμευσης, οι οποίες αποτελούν την κυρίαρχη τάση στον δυτικό κόσμο, είναι πιο αποτελεσματικές όταν εμπεδωθούν και στην ’’κοινοτική αστυνόμευση’’ (“community policing”) και συνδυαστούν με αυτή. Στην Κύπρο, θεσμούς’’ κοινοτικής αστυνόμευσης’’ αποτελούν ο ’’Αστυνομικός της Γειτονιάς’’ και οι ’’Παρατηρητές της Γειτονιάς’’, όπου εθελοντές πολίτες συνδράμουν το έργο της Αστυνομίας με τη διαβίβαση πληροφοριών. Καθώς η λαθρομετανάστευση λαμβάνει χώραν κυρίως μέσω κατεχομένων, ιδιαίτερης σημασίας έχει η ορθή λειτουργία του ’’Παρατηρητή της Πράσινης Γραμμής’’. Οι πληροφορίες των εθελοντών ’’παρατηρητών’’ ενισχύουν αυτές που συλλέγουν τα φυλάκια της Εθνικής Φρουράς και οι άλλες υπηρεσίες ασφαλείας».

Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Σημερινή  10 Νοεμβρίου 2019

Top