Το περιεχόμενο επιστολών τόσο του Σπύρου Κυπριανού όσο και του Ραούφ Ντεκντάς στη Μάργκαρετ Θάτσερ, αποκαλύπτουν τα αποχαρακτηρισθέντα βρετανικά πρωθυπουργικά αρχεία κατά την περίοδο 1980-83. Στο επίκεντρο των επιστολών, η λειτουργία και τα προβλήματα της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων, με αμφότερους τους Κυπριανού – Ντανκτάς να εκφράζουν διαμαρτυρίες.
Πρώτος ο Σπύρος Κυπριανού με επιστολή του προς την Μάργκαρετ Θάτσερ στις 29/3/82 επισήμαινε το πάγωμα της λειτουργίας της Επιτροπής λίγο μετά τη σύστασή της το προηγούμενο έτος. Κατηγορούσε την τουρκοκυπριακή πλευρά για αδιάλλακτη ανασταλτική στάση, παρά την καλή θέληση της κυπριακής κυβέρνησης. Ζητούσε την πολύτιμη βοήθεια του Λονδίνου και τη στήριξή του στις προσπάθειες της Λευκωσίας να αναδείξει το ζήτημα στα αρμόδια διεθνή σώματα και φόρα, με σκοπό να πειστεί η Τουρκία να συνεργαστεί εποικοδομητικά στον εντοπισμό των αγνοουμένων.
Στις 7/4 του ίδιου έτους επιστολή στη Θάτσερ έστειλε και ο Ραούφ Ντενκτάς. Κατηγορούσε την ελληνοκυπριακή πλευρά για προπαγάνδα και για απόρριψη προτάσεων ως προς τη λειτουργία της Επιτροπής. Προέβαινε σε μία μακροσκελέστατη και λεπτομερέστατη εξιστόρηση του κυπριακού προβλήματος από τη δική του οπτική. Συνόδευε την επιστολή με μαρτυρίες βιαιοπραγιών κατά Τουρκοκυπρίων, κυρίως στην Τόχνη, καθώς και παλαιότερη επιστολή (1978) του Κουρτ Βαλντχάιμ, πρώην ΓΓ του ΟΗΕ περί ελληνοκυπριακής κωλυσιεργίας στο θέμα της συνεργασίας για τους αγνοούμενους.
Οι αγνοούμενοι της Κύπρου
Στις 20/4/82 οι Βρετανοί διπλωμάτες του Φόρεϊν Όφις (Ρίτσαρντς, ιδιαίτερος γραμματέας) σχολίαζαν σε αναφορά προς τη Ντάουνινγκ Στριτ ότι τα προβλήματα στη λειτουργία της Επιτροπής Αγνοουμένων εν μέρει όντως οφείλονταν σε αυτό που ο Πρόεδρος Κυπριανού περιέγραφε ως τουρκοκυπριακή αδιαλλαξία ως προς τη διαδικασία. Από την άλλη πλευρά όμως, ήταν «σαφές» κατά τους Βρετανούς ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά ενδιαφερόταν λιγότερο για την πρακτική αντιμετώπιση του ανθρωπιστικού ζητήματος και περισσότερο για την εκμετάλλευσή του στο μέγιστο για προπαγαναδιστικούς σκοπούς.
Το Φόρεϊν Όφις πρόσθετε ότι συνέφερε το Λονδίνο να προχωρήσει το ζήτημα τόσο για ανθρωπιστικούς λόγους όσο και για να μην αναχαιτίζονται οι διακοινοτικές συνομιλίες.
Στην απάντησή της στον Κυπριανού στις 26/4/82 η Θάτσερ εξέφραζε τη λύπη της για τα διαδικαστικά προβλήματα στη λειτουργία της Επιτροπής Αγνοουμένων. Παρέμενε ωστόσο πεπεισμένη ότι η Επιτροπή ήταν το σωστό όχημα για τη διαχείριση του προβλήματος και συνέστηνε μέγιστη προσπάθεια και από τις δύο πλευρές για πρόοδο σε ανθρωπιστική βάση, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες γύρω από την Επιτροπή.
Τελευταία αναφορά στο θέμα των αγνοουμένων γίνεται στα έγγραφα από τον Ραούφ Ντενκτάς με νέα επιστολή προς την Θάτσερ στις 28/2/83. Αναφερόταν στο νόμο 69/1978 της κυπριακής κυβέρνησης «περί Χορηγημάτων εις Εξαρτώμενους Πεσόντων και εις Αναπήρους» που κατά την άποψή του αποδείκνυε ότι η αναζήτηση αγνοουμένων από την ελληνοκυπριακή «διοίκηση» ήταν απλά «ένα κόλπο προπαγάνδας».
Τις δικοινοτικές συνομιλίες υποστήριζε το Λονδίνο 1980-83
Καθόλη τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτουν τα νέα αποχαρακτηρισθέντα βρετανικά αρχεία (1980-1983) οι Βρετανοί πολιτικοί και διπλωμάτες που αναφέρονταν στο Κυπριακό τόνιζαν την προσήλωση του Λονδίνου στις διακοινοτικές συνομιλίες, υπό την αιγίδα των καλών υπηρεσιών του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών (πρώτα του Κουρτ Βαλντχάιμ και μετά του Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ).
Μετά την ανάδειξη του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία στην Ελλάδα, διατυπώνονταν ανησυχίες περί επιδίωξης της Λευκωσίας να διεθνοποιήσει το ζήτημα υπό την επιρροή των Αθηνών, όπως εκτιμούσαν οι Βρετανοί.
Εξάλλου, σε διάφορα έγγραφα καθορισμού πολιτικής του Φόρεϊν Όφις αναφερόταν ότι οι καλές σχέσεις με την κυπριακή κυβέρνηση ήταν σημαντικές λόγω των Βρετανικών Βάσεων, η απρόσκοπτη λειτουργία των οποίων εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την ελληνοκυπριακή καλή θέληση. Επίσης η Βρετανία είχε ευρύτερο ενδιαφέρον ως εγγυήτρια δύναμη, ενώ σε όλα αυτά έπρεπε να συνυπολογίζεται και η σημασία των καλών σχέσεων με την Τουρκία.
Η πρώτη αναφορά στο Κυπριακό
Η πρώτη αναφορά στο Κυπριακό εντοπίζεται σε μια περίληψη της συνάντησης Θάτσερ-Κυπριανού στην Ντάουνινγκ Στριτ στις 29/2/80. Ο Κύπριος πρόεδρος, σύμφωνα με το έγγραφο, απέδωσε την κατάρρευση της λεγόμενης συμφωνίας Κυπριανού-Ντενκτάς που προέβλεπε συνάντηση τον Ιούνιο του 1979 σε ξαφνική αλλαγή στάσης των Τουρκοκυπρίων. Όπως εξήγησε, είχαν απαιτήσει την αποδοχή της διζωνικότητας ως προϋπόθεση για την πρόοδο των συνομιλιών. Η διζωνικότητα, όπως την εννοούσαν, σήμαινε διχοτόμηση και όχι ομοσπονδία, σχολίασε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, προσθέτοντας ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν απέκλειαν τη συζήτηση περί διζωνικότητας, αλλά δεν την αποδέχονταν ως προϋπόθεση. Ο Κυπριανού τόνισε δε ότι δεν ανέμενε ουδετερότητα από τη Βρετανία, αλλά στήριξη.
Τον Ιούλιο του επόμενου έτους, του 1981, ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στη Λευκωσία ενημέρωνε το Λονδίνο ότι ο Ντενκτάς είχε συμφωνήσει να υποβάλει προτάσεις των Τούρκων για το εδαφικό, το σύνταγμα και την ασφάλεια (σσ: ήταν η περίοδος των αποκαλούμενων τουρκοκυπριακών «περιεκτικών προτάσεων») χωρίς απόπειρα να κάνει τροποποιήσεις. Η αντίδραση των Βρετανών ήταν ότι οι προτάσεις έφερναν σε δύσκολη θέση την ελληνοκυπριακή πλευρά που έπρεπε – και αναμενόταν – να απαντήσει θετικά.
Στις αρχές Αυγούστου ο ειδικός αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Ούγκο Γκόμπι είχε αντιδράσει έντονα όταν ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Μητσοτάκης εξέφρασε απογοήτευση με τις προτάσεις. Σε αυστηρό ύφος ο Γκόμπι απάντησε ότι θα ήταν «ιστορικό λάθος» αν οι Ελληνοκύπριοι απέρριπταν τις προτάσεις. Στις 18 του ίδιου μήνα ο Νίκος Ρολάνδης εξηγούσε στο Βρετανό Ύπατο Αρμοστή στη Λευκωσία ότι το Εθνικό Συμβούλιο είχε αποδεχθεί τις προτάσεις, παρά την ανεπάρκειά τους. Ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών έθεσε παράλληλα πιθανότητα προσφυγής στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ενδεχόμενο που συχνά μέσα στα έγγραφα χαρακτηρίζουν ανεπιθύμητο οι Βρετανοί.
Στις 12/10/81, ενόψει της «αξιολόγησης των ιδεών Βαλντχάιμ», περιγράφεται σε έγγραφο του μονίμου αντιπροσώπου της Βρετανίας στα Ηνωμένα Έθνη Άντονι Πάρσονς η συνάντηση Κυπριανού-Βαλντχάιμ, η οποία «δεν είχε πάει καλά». Η εκτίμηση του βοηθού ΓΓ Μπράιαν Ούρκουχαρτ ήταν ότι ο Κύπριος πρόεδρος είχε εμφανιστεί αδιάλλακτος και ότι δεν ήθελε γνήσια διαπραγμάτευση. Είχε πει δε πως ήθελε επιστροφή στη Γενική Συνέλευση. Δύο ημέρες αργότερα η δεύτερη συνάντηση Κυπριανού-Βαλντχάιμ χαρακτηριζόταν «πολύ δυσάρεστη». Κυπριανού και Ρολάνδης είχαν δηλώσει έκπληκτοι με τις ιδέες του Ούγκο Γκόμπι που προωθούνταν από τον ΓΓ. Η αίσθηση ήταν ότι ο Κύπριος πρόεδρος πόνταρε στη νίκη Παπανδρέου στην Ελλάδα στις εκλογές που διεξάγονταν λίγες ημέρες μετά.
Λίγους μήνες αργότερα, αναφερόμενος στην επίσκεψη Παπανδρέου στην Κύπρο (27/2-1/3/82) ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στη Λευκωσία εντόπιζε αναφορές σε διεθνοποίηση του ζητήματος, σχολιάζοντας χαρακτηριστικά: «Οι Κύπριοι είναι πανέτοιμοι να πιστέψουν ότι άλλοι μπορούν και οφείλουν να λύσουν τα προβλήματά τους. Ο Παπανδρέου θα ενίσχυσε αυτή την ψευδαίσθηση». Ο Έλληνας ηγέτης είχε μιλήσει ξεκάθαρα για ανάγκη διαχωρισμού της διακοινοτικής από τη διεθνή πτυχή του Κυπριακού.
«Ανάθεμα» για την τουρκική πλευρά
Στις 4/3/82 ο Παπανδρέου απέστειλε γράμμα στην Θάτσερ καταθέτοντας επίσημα σκέψεις διεθνοποίησης του Κυπριακού, κάτι που το Φόρεϊν Όφις εσωτερικά χαρακτήρισε «ανάθεμα» για την τουρκική πλευρά. Στην απάντησή της με ημερομηνία 25/3/82 η Βρετανίδα πρωθυπουργός σημείωνε ότι ήταν απαραίτητο να αποφευχθούν ενέργειες που θα υπονόμευαν τις διακοινοτικές συνομιλίες. «Λύση θα επιτευχθεί μόνο μέσω συμφωνίας μεταξύ των Κυπρίων», κατέληγε η επιστολή Θάτσερ. Διαβάζοντας τέσσερις ημέρες αργότερα αντίγραφο της επιστολής, ο νέος ΓΓ του ΟΗΕ Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ είπε στους Βρετανούς διπλωμάτες ότι απηχούσε απόλυτα τις απόψεις του.
Στις 27 και 30/12/82 ο Ραούφ Ντενκτάς με επιστολές του προς τη Μάργκαρετ Θάτσερ επέκρινε τη στάση που τηρούσε στο Κυπριακό ο Ανδρέας Παπανδρέου, με βασική αιχμή ότι «κυριαρχούσε» και «υπαγόρευε» στους Κυπρίους πολιτικές. Το Φόρεϊν Όφις έκρινε ότι ο Ντενκτάς υπερέβαλλε και ότι πιθανότατα αντιδρούσε σε κατηγορίες ότι η δική του πολιτική υπαγορευόταν από την Άγκυρα, προσπαθώντας να υπαινιχθεί ότι υπήρχε ανάλογη σχέση Αθηνών-Λευκωσίας. Η σχέση μεταξύ Ελλάδας και Ελληνοκυπρίων όμως δεν ήταν τόσο απλή, ανέφερε το έγγραφο και ο Ντενκτάς έκανε λάθος όταν έλεγε π.χ. ότι η Αθήνα είχε υπαγορεύσει την ελληνοκυπριακή πολιτική στο πρόβλημα των αγνοουμένων και την προσφυγή στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.
Το φθινόπωρο του 1983 ήταν η σειρά των λεγόμενων «δεικτών Ντε Κουέγιαρ». Σύμφωνα με έγγραφο της βρετανικής μόνιμης αντιπροσωπείας στα Ηνωμένα Έθνη, η αντίδραση του Κυπριανού στη συνάντηση με τον ΓΓ στις 30/9/83 ήταν αρκετά «εποικοδομητική και θετική». Τόσο όμως ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τουρκμέν όσο και ο Ντενκτάς είχαν απορρίψει τους «δείκτες» που είχαν τεθεί προς συζήτηση ως μεθοδολογία. Οι διπλωμάτες των Ηνωμένων Εθνών φοβούνταν ότι η συμφωνία που παρόλα αυτά διατύπωσε ο Ντενκτάς για την επανέναρξη διακοινοτικών συνομιλιών (πιθανότατα υπό την πίεση του Τουρκμέν) προμήνυε ένα τελεσίγραφο προς την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αν δε συμμορφωνόταν με τις θέσεις του ο Κυπριανού, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης θα προέβαινε σε ανακήρυξη «ανεξάρτητου κράτους».
Στα τέλη του Οκτωβρίου 1983 Βρετανοί και Ελληνοκύπριοι εξέφραζαν πια ανοιχτά στις μεταξύ τους επαφές ανησυχίες για τη διαφαινόμενη μονομερή ανακήρυξη «ανεξαρτησίας» από τον Ντενκτάς. Μετά την επιβεβαίωση των ανησυχιών οι πρωτοβουλίες των Βρετανών ως προς το Κυπριακό επικεντρώθηκαν στο κάλεσμα σε τριμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων, τις οποίες απέρριπτε η ελληνική πλευρά όσο υπήρχαν Τούρκοι στρατιώτες στην Κύπρο.
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1983 έγγραφο του Φόρεϊν Όφις ενόψει συνάντησης Θάτσερ-Παπανδρέου στην Αθήνα εκτιμούσε ότι υπήρχε μικρή προοπτική να μπορούσε η Βρετανία να παίξει έναν επιτυχή ηγετικό ρόλο στο Κυπριακό. «Μια τέτοια προσέγγιση θα παρουσίαζε σημαντικά μειονεκτήματα», ανέφερε το σημείωμα. Σημειωνόταν επίσης ότι η επιρροή της Βρετανίας επί της Τουρκίας ήταν πολύ περιορισμένη.
Οι επαφές με Ντενκτάς-Άγκυρα το Νοέμβριο 1983
Στις 15/11/83, ημερομηνία ανακήρυξης της «ανεξαρτησίας» του ψευδοκράτους, ο Ραούφ Ντενκτάς απέστειλε εξασέλιδο γράμμα στην Μάργκαρετ Θάτσερ, όπως φαίνεται στα αρχεία του πρωθυπουργικού γραφείου (1980-1983).
Σε ένα μακροσκελές κατηγορώ έκανε λόγο για «ασυμβίβαστη και ανειλικρινή» στάση της ελληνικής και ελληνοκυπριακής ηγεσίας, για «παντελή απουσία μετριοπάθειας και κοινής λογικής που θα επέτρεπαν μια ανανεωμένη προσπάθεια από τις δύο πλευρές για μια συμφωνημένη λύση μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων».
Την ίδια ημέρα (15/11/83) ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Ιλτέρ Τουρκμέν έλεγε στο Βρετανό πρέσβη στην Άγκυρα ότι η τουρκική θέση δεν είχε αλλάξει: η κυβέρνηση υποστήριζε τις διακοινοτικές συνομιλίες και τη συνάντηση κορυφής Κυπριανού-Ντενκτάς που - όπως είπε - ήταν ιδέα της Άγκυρας για να διατηρηθεί η προοπτική διαπραγματεύσεων. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος πάντα έλεγε πως η τουρκική κυβέρνηση δεν ήλεγχε τον Ντενκτάς και τώρα αυτό αποδεικνυόταν.
Η Άγκυρα ήταν επίσης έκπληκτη με τη βρετανική αντίδραση, πρόσθεσε ο Τουρκμέν. Θα ανέμενε μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση. Η άρνηση αναγνώρισης δεν ήταν καλή πολιτική και εν τέλει θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένωση με την Τουρκία που θα «τελείωνε» το Κυπριακό μια και καλή. Στο σχόλιο του Βρετανού πρέσβη ότι οι ενέργειες Ντενκτάς απειλούσαν τις Συνθήκες του 1960, ο Τουρκμέν υπονόησε ότι η Βρετανία είχε λίγο κύρος στη θέση της εγγυήτριας για να καλεί σε ανάληψη δράσης. Στην παρότρυνση να μεταφέρει μήνυμα ανάκλησης της ανακήρυξης Ντενκτάς, η απάντηση του Τουρκμέν ήταν ότι «δεν υπήρχε όπισθεν σε αυτό το αυτοκίνητο». Στην ερώτηση, τέλος, αν πράγματι πίστευε ότι οι διακοινοτικές διευκολύνονταν με την κίνηση Ντενκτάς, απάντησε ότι βεβαίως ναι, καθώς είχε υλοποιηθεί ο όρος της ισότητας και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης θα δεχόταν πιο εύκολα διαπραγματεύσεις.
Επίσης στις 15/11/83 η Θάτσερ έστειλε μήνυμα στον Τούρκο πρόεδρο Εβρέν. Του υπενθύμιζε προηγούμενες προειδοποιήσεις από τη Βρετανία τόσο προς τον ίδιο όσο και προς τον Ντενκτάς κατά της μονομερούς ανακήρυξης. Ξεκαθάριζε ότι ως εγγυήτρια δύναμη η Βρετανία αποδοκίμαζε την ενέργεια και του απηύθυνε έκκληση να πράξει τα μέγιστα για την ανάκλησή, αλλά και να μην υποστηρίξει η Άγκυρα την ανακήρυξη.
Στην αναλυτική απαντητική του επιστολή στις 17/11, ο πρόεδρος Κενάν Εβρέν ανέφερε ότι η απόφαση των Τουρκοκυπρίων έπρεπε να ιδωθεί υπό το φως της ταραχώδους ιστορίας της Κύπρου. Ισχυριζόταν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο γνώριζε καλά την «καταπίεση» και την «ταπείνωση» που είχαν υποφέρει οι Τουρκοκύπριοι από την ελληνική πλευρά. Υποστήριζε επίσης ότι η Συνθήκη Εγγυήσεων δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ και ότι είχε παραμείνει κενό γράμμα. Πρόσθετε ότι η Τουρκία από το ‘75 και μετά «πάντα προέτρεπε την τουρκική κοινότητα στην Κύπρο να μην απέχει από τις διαπραγματεύσεις», αλλά σημείωνε ότι δεν μπορούσε να τους αρνηθεί το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση».
Ενδιάμεσα, στις 16/11, ο υπουργός Εξωτερικών Τζέφρι Χάου κάλεσε στο Φόρεϊν Όφις τον Τούρκο πρέσβη και του επανέλαβε την αποδοκιμασία του Λονδίνου και τη μεγάλη λύπη του που η τουρκική κυβέρνηση είχε αναγνωρίσει το ψευδοκράτος και δεν είχε μεταπείσει τον Ντενκτάς. Ο Τούρκος πρέσβης υποστήριξε ότι η απόφαση Ντενκτάς είχε αποτελέσει έκπληξη για την Άγκυρα, αν και κυκλοφορούσε στον αέρα για μεγάλο διάστημα. Μετά αναφέρθηκε στη «μη ωφέλιμη» πρωτοβουλία Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων να διεθνοποιήσουν το ζήτημα, λέγοντας ότι η Τουρκία υποστήριζε την εύρεση λύσης μέσω διακοινοτικών συνομιλιών.
Στις 18/11/83 το Φόρεϊν Όφις έστειλε στον ιδιωτικό γραμματέα της Μάργκαρετ Θάτσερ σύσταση για το πώς έπρεπε να χειριστεί την επιστολή Ντενκτάς από τη 15η. Κατά την πάγια συμβουλή του το Φόρεϊν Όφις συνιστούσε «ισχυρώς» να μην αναγνωρίσει ούτε εκείνη τη φορά την επιστολή η πρωθυπουργός. Το Φόρεϊν Όφις σχολίαζε ότι ορισμένα από όσα ανέφερε ο Ντενκτάς ήταν αρκετά δικαιολογημένα, όπως π.χ., κατά το βρετανικό σχόλιο, οι ενέργειες της ελληνικής και ελληνοκυπριακής ηγεσίας που παρεμπόδιζαν τις πιθανότητες συμφιλίωσης μεταξύ των «δύο λαών της Κύπρου».
Στην ίδια επιστολή αναφερόταν επίσης η σημείωση Ντενκτάς περί ανεύθυνης μεταχείρισης από τη Λευκωσία της πρότασής του για συνάντηση κορυφής με τον πρόεδρο Κυπριανού. Για την ακρίβεια, σημείωνε το Φόρεϊν Όφις, ο Σπύρος Κυπριανού είχε επίγνωση των κινδύνων απόρριψης της πρότασης Ντενκτάς, ότι δηλαδή έτσι θα του έδινε την αφορμή που αναζητούσε να κηρύξει ανεξαρτησία. Από την άλλη ο Κύπριος πρόεδρος κινδύνευε να βρεθεί βεβιασμένα σε μια ανεπαρκώς προετοιμασμένη σύνοδο. Η κατ’ αρχήν συμφωνία του Κυπριανού να προχωρήσει στη συνάντηση έκανε πιο δύσκολο για τον Ντενκτάς να βρει καλή δικαιολογία για την ανακήρυξη ανεξαρτησίας. Ο ΓΓ του ΟΗΕ Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ πίστευε ότι η συνάντηση χρειαζόταν προσεκτική προετοιμασία και δεν θα μπορούσε να γίνει πριν από τον Ιανουάριο του 1984 το νωρίτερο. Επομένως, κατά τους διπλωμάτες του Φόρεϊν Όφις ήταν άδικο να κατηγορεί ο Ντενκτάς τους Ε/κ για παρελκυστική τακτική.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 21/11, ο ιδιωτικός γραμματέας της Θάτσερ απαντούσε στο Φόρεϊν Όφις ότι η πρωθυπουργός είχε λάβει υπόψη τη συμβουλή να μην απαντήσει στον Ντενκτάς, έχοντας υπόψη τη σημειολογία της αναγνώρισης του παράνομου ηγέτη. Αλλά τελικά η Θάτσερ είχε πει ότι δεν έβλεπε πώς η Βρετανία μπορούσε να ασκήσει επιρροή αν δεν επεδίωκε μια ευκαιρία να θέσει τα γεγονότα στη σωστή τους βάση και να εκφράσει την άποψή της. Ζητούσε πληροφόρηση για το πώς αλλιώς θα μπορούσε να ασκηθεί απευθείας επιρροή από το Λονδίνο στους Τουρκοκύπριους.
Διαβάστε επίσης
Ανακήρυξη του ψευδοκράτους: Οι ενέργειες των ΗΠΑ
Το Λονδίνο αποδοκίμασε την ανακήρυξη του ψευδοκράτους




