«Ο Δημοκρατικός Συναγερμός σίγουρα δεν επιθυμεί να μπαίνει σε διαδικασία δημόσιου διαλόγου και διαφωνιών με την Κεντρική Τράπεζα. Είναι όμως υποχρέωσή μας απέναντι στους πολίτες να διαλευκάνουμε κάποια ζητήματα και να πούμε την αλήθεια σχετικά με «σημεία και τέρατα» που παρατηρήθηκαν  στο χρηματο-πιστωτικό σύστημα τα τελευταία χρόνια. Εκείνα που τώρα όλοι πληρώνουμε τόσο ακριβά», αναφέρει σε ανακοίνωση του ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Πρόδρομος Προδρόμου.

Και συνεχίζει:
Σε παλαιότερη ανακοίνωσή της, από τις αρχές Απριλίου ήδη, η Κεντρική Τράπεζα διαβεβαίωνε ότι «μέχρι τις 21 Μαρτίου 2013 η Λαϊκή Τράπεζα αντλούσε ρευστότητα ELA από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, χωρίς ένσταση (“no objection”) από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διότι εκτιμάτο από το τελευταίο ότι υπήρχε ουσιαστική προοπτική για εφαρμογή του προγράμματος».
Αυτή η ίδια διαβεβαίωση επαναλαμβάνεται σε χθεσινή ανακοίνωση.

Αυτός ο ισχυρισμός ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου παρείχε εκτάκτως ρευστότητα μέσω μηχανισμού ανάγκης (ELA) στη Λαϊκή Τράπεζα διότι «την θεωρούσε φερέγγυα λόγω του αναμενόμενου Μνημονίου» ακόμα και μετά τις 2 Ιουλίου 2012, στιγμή κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την απέκλεισε από συναλλαγές νομισματικής πολιτικής, εγείρει μια σειρά από ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά απευθύνονται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή και στις δυο μαζί.

1.    Αν, χωρίς το Μνημόνιο, η τράπεζα κρινόταν φερέγγυα «εν όψει του Μνημονίου» για να της παραχωρείται ρευστότητα, πώς στη συνέχεια, συντρέχοντος του Μνημονίου και του Προγράμματος Στήριξης, κρίθηκε ότι δεν ήταν πια φερέγγυα και έπρεπε να «θυσιαστεί»;
2.    Μήπως εκ της εκβάσεως των διαπραγματεύσεων για το Μνημόνιο δεν φαίνεται πια ότι ο λόγος που κρατήθηκε «ζωντανή» η τράπεζα εκείνη, ήταν μόνο και μόνο για να γίνει δυνατό να απομονωθεί η Κύπρος από το υπόλοιπο Ευρωσύστημα, μέσω της διαβόητης συμφωνίας αποξένωσης των ελλαδικών εργασιών των κυπριακών τραπεζών;
3.    Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που διαπραγματευόταν σε όλην εκείνην την περίοδο με την Τρόϊκα και βρισκόταν σε συνεχείς διαβουλεύσεις με την ΕΚΤ δεν είχε διαβλέψει αυτές τις προθέσεις της ΕΚΤ να «ακρωτηριάσει» το κυπριακό τραπεζικό σύστημα; Τι εννοείτο όταν στο πρώτο Σχέδιο Μνημονίου, στο οποίο κατέληξε η Κεντρική Τράπεζα, αναφερόταν ρητά «σμίκρυνση του τραπεζικού τομέα»;
4.    Εάν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε στην Κεντρική Τράπεζα επαρκείς εξασφαλίσεις προκειμένου να της παραχωρηθεί έκτακτη ρευστότητα, τότε γιατί η Κεντρική Τράπεζα δεν αρκέστηκε, ορθόδοξα, να ανακτήσει τα οφειλόμενα για τη ρευστότητα διαμέσου των εξασφαλίσεων που είχε, τη στιγμή που κρίθηκε ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα έπρεπε να πάψει να λειτουργεί;
5.    Γιατί, αντιθέτως και εντελώς ανορθόδοξα, εκείνες οι υποχρεώσεις έναντι παραχωρηθείσας ρευστότητας κρίθηκε ότι θα «έπρεπε» να ανακτηθούν από μιαν άλλη τράπεζα (Τράπεζα Κύπρου); Ποιά σχέση μπορεί να είχε η Τράπεζα Κύπρου με τη ρευστότητα που για μήνες αντλούσε (εις μάτην) η Λαϊκή Τράπεζα;
6.    Τώρα που γίνεται η τελική αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας θα επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός ότι οι εξασφαλίσεις που δίνονταν ήταν ικανοποιητικές; Και αν όχι, ποιόν βαρύνει η ευθύνη;
7.    Στην ανακοίνωση του Απριλίου αναφερόταν ότι «οι πολιτικές αποφάσεις που λήφθηκαν στο Eurogroup της 25ης Μαρτίου επέτρεψαν τη μη εφαρμογή της απόφασης» για διακοπή της παροχής ρευστότητας. Πώς εξηγείται όμως ότι η απόφαση εκείνη του Γιούρογκρουπ ουσιαστικά προέβλεπε διάλυση της τράπεζας;

Εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός ότι παρείχετο επείγουσα βοήθεια σε ρευστότητα (ELA) επειδή η τράπεζα θα έμπαινε σε Πρόγραμμα και ως εκ τούτου εθεωρείτο φερέγγυα, προσκρούει σε προηγούμενη σαφή δήλωση του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος δήλωσε ότι δινόταν βοήθεια σε ρευστότητα στην τράπεζα προκειμένου «να διατηρηθεί εν μέχρι να γίνουν εκλογές και να έρθει μια νέα Κυβέρνηση στην Κύπρο».

Εξάλλου, στο Ενημερωτικό Δελτίο της Λαϊκής Τράπεζας, την ώρα που έπαιρνε κρατικές εγγυήσεις αναφερόταν στις σελ. 44-45 ότι:
« Σημειώνεται ότι στις 13 Σεπτεμβρίου 2012 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε την αναδοχή της έκδοσης της Τράπεζας από την Κυπριακή Δημοκρατία ως μέτρο κρατικής ενίσχυσης και ενέκρινε προσωρινά το μέτρο για λόγους οικονομικής σταθερότητας για περίοδο έξι μηνών ή αν οι κυπριακές αρχές υποβάλουν Σχέδιο Αναδιάρθρωσης πριν την ημερομηνία αυτή, μέχρι να λάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τελική απόφαση για το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης. Στα πλαίσια της πιο πάνω απόφασης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ζητήσει από τις κυπριακές αρχές όπως υποβάλουν Σχέδιο Αναδιάρθρωσης ενός έξι μηνών από την ημερομηνία της απόφασης»

Ακόμα και αν ευσταθεί η άποψη ότι ΕΚΤ και ΚΤΚ σωστά και σύμφωνα με τους Κανονισμούς χειρίστηκαν το ζήτημα της Λαϊκής Τράπεζας, τι έγινε με την υποχρέωση των «κυπριακών αρχών» (συμπεριλαμβανόμενης υποθέτουμε και της Κεντρικής Τράπεζας) να υποβάλουν Σχέδιο Αναδιάρθρωσης της τράπεζας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή; Έγινε κάτι τέτοιο; Και αν ναι, ποιά τύχη είχε το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης της τράπεζας;

Ας σημειωθεί ότι η προθεσμία των έξι μηνών έληγε στις 13 Μαρτίου 2013. Δηλαδή ακριβώς τις μέρες που έγινε η «μοιραία» συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ...

Εκ τους αποτελέσματος φαίνεται ότι δεν έγινε κάποιο Σχέδιο Αναδιάρθρωσης, αλλά η τράπεζα είχε τη μοίρα που καταγράφηκε ήδη στο πρώτο σχέδιο Μνημονίου το οποίο είχε διαπραγματευτεί εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης η Κεντρική Τράπεζα (“non viable banks will be resolved”).

Χρήσιμο θα ήταν να γνωρίζουμε ποιά Αρχή είχε την ευθύνη για την έγκαιρη και αποτελεσματική εκπόνηση και εφαρμογή Σχεδίου Αναδιάρθρωσης, η οποία δεν έγινε.