Επιστολές στον Πρόεδρο του ΕΚ και τους Προέδρους των Κοινοβουλίων των χωρών μελών της Ευρωζώνης στέλλει ο Πρόεδρος της Βουλής Γιαννάκης Ομήρου με αφορμή τις πρόσφατες εκθέσεις των οίκων Deloitte και Moneyval για το θέμα το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στην Κύπρο.

 Σε δηλώσεις στη Βουλή ο κ. Ομήρου ανέφερε ότι μετά και τη δημοσιοποίηση των εκθέσεων καταρρίπτονται οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί της Τρόικας η οποία, όπως είπε, επέλεξε να παρουσιάσει μόνο συγκεκριμένα στοιχεία από τις εκθέσεις αποκρύπτοντας την ουσία. Ανέφερε ότι οι εκθέσεις αυτές διαψεύδουν κατηγορηματικά τις αβάσιμες κατηγορίες, τους λιβέλλους και τις συκοφαντίες ότι η Κύπρος είναι δήθεν φορολογικός παράδεισος και χώρα ξεπλύματος χρήματος.

Είπε ακόμη ότι πρέπει να υπάρξει απολογία έναντι της Κύπρου ενώ για το αν θα γίνουν κάποια διαβήματα ή λήψη νομικών μέτρων, παρέπεμψε στην εκτελεστική εξουσία.

O κ. Ομήρου αναφέρθηκε εκτενώς στις προσπάθειες που κατέβαλε η Βουλή τους προηγούμενες μήνες και στις επισκέψεις και επαφές που ο ίδιος είχε στις Βρυξέλλες με αφορμή την εκστρατεία δυσφήμισης για δήθεν ξέπλυμα χρήματος αλλά και τις επιστολές που είχε στείλει στον κ. Σιουλτς.

Είπε ότι στην σημερινή επιστολή του προς τον κ. Σιουλτς αλλά και στους Προέδρους των Κοινοβουλίων των χωρών μελών της Ευρωζώνης , υποδεικνύει ότι στις εκθέσεις της Moneyval και της Deloitte «δεν υπάρχουν αναφορές ή ενδείξεις για συστημικές ελλείψεις, όπως υποστήριζε η Τρόικα».

«Για παράδειγμα στην έκθεση της  Deloitte, αναφέρεται ότι,  μόνο 4 από τα 27 κεφάλαια χρίζουν περαιτέρω επεξεργασίας σε ότι αφορά την Άσκηση Δέουσας Επιμέλειας (customer due diligence-CDD),ενώ μόνο 29 από 570 χιλιάδες συναλλαγές , θα πρέπει να τύχουν περαιτέρω διερεύνησης από την Κεντρική Τράπεζα», αναφέρει στην επιστολή του ο Γιαννάκης Ομήρου

Ο κ. Ομήρου δήλωσε ακόμη ότι οι εκθέσεις καταδεικνύουν ότι το νομικό πλαίσιο στην Κύπρο είναι αυστηρότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο και ότι έτυχε έγκρισης πριν την ένταξη στην ΕΕ.

Ανέφερε ότι παρά τις επαφές της Βουλής στη διάρκεια των δυσφημιστικών μηνυμάτων που εκπέμπονταν για την Κύπρο, η εκστρατεία αυτή συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση.

«Αυτό έγινε εντελώς ξαφνικά αλλά όπως απεδείχθη στην συνέχεια ,όχι αναίτια, είχε συγκεκριμένο στόχο , να προετοιμάσει το έδαφος για τις εγκληματικές αποφάσεις του Eurogroup της 15ης και 25ης Μαρτίου», ανέφερε.

Είπε ακόμη ότι οι έρευνες της Μoneyval και της Deloitte, κατ’ απαίτηση της Τρόικας και τους Eurogroup  κοινοποιήθηκαν στα δύο όργανα και εντούτοις η Τρόικα πριν από μερικές μέρες «παρουσίασε κάποια στοιχεία αποκρύπτοντας την ουσία αυτών των δύο εκθέσεων για να παρουσιάσει ότι δήθεν εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα στην Κύπρο, ότι χρειάζονται βελτιώσεις κοκ».

Ο κ. Ομήρου ανέφερε ότι οι διατυπώσεις των δύο εκθέσεων, που ανακοινώθηκαν χθες από το ΥΠΟΙΚ, «πραγματικά θρυμματίζουν αυτούς τους συκοφαντικούς, δυσφημιστικούς ισχυρισμούς και εκθέτουν ανεπανόρθωτα, όλους αυτούς που όλους αυτούς τους μήνες διατύπωναν αυτούς τους λιβέλους εναντίον της Κύπρου»

Ο Πρόεδρος της Βουλής ανέφερε ότι στην έκθεση αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι το νομικό πλαίσιο στην Κύπρο είναι αυστηρότερο από τα ευρωπαϊκά δεδομένα και ότι μόνο για το 10% των νόμιμων δικαιούχων υπήρχαν αμφιβολίες σε αντίθεση με το 25% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ και ότι τίποτε ιδιαίτερο δεν βρέθηκε στην Κύπρο και οι Κυπριακές τράπεζες επέδειξαν υψηλό επίπεδο γνώσης και εμπειρίας.

«Αυτή είναι η απάντηση στους θλιβερούς συκοφάντες οι οποίοι για μήνες ολόκληρους συντηρούσαν αυτό το παραμύθι για την Κύπρο και δεν είχαν ούτε το θάρρος να αναγνωρίσουν ότι ουσιαστικά είχαν διαμορφώσει μια συνομωσία εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και προσπάθησαν επιλεκτικά να δώσουν κάποιες από τις αναφορές που γίνονται δήθεν για να καταδείξουν ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει στην Κύπρο», είπε.

Ο κ. Ομήρου σε άλλο σημείο των δηλώσεών του είπε ότι η απάντηση είναι «Αιδώς Αργείοι, ντροπή και για ισχυρούς ταγούς της ΕΕ και για χώρες και για ευρωπαίους αξιωματούχους» και διερωτήθηκε αν θα βρουν το θάρρος να απολογηθούν , αν θα αναγνωρίσουν ότι υπήρξαν «ένοχοι κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση κατασυκοφάντησης της Κυπριακής Δημοκρατίας» και αν έτσι συμπεριφέρονται στα πλαίσια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

«Θα βρουν το θάρρος της έμπρακτης μεταμέλειας τώρα που τα γεγονότα βοούν με βάση τεκμήρια , γιατί οι ίδιοι ζήτησαν να διερευνηθούν οι έρευνες», σημείωσε.

Απαντώντας σε ερώτηση αν θα γίνουν κάποια διαβήματα ή λήψη νομικών μέτρων, παρέπεμψε στην εκτελεστική εξουσία, λέγοντας ότι ο ίδιος έδωσε συνέχεια στις επιστολές που είχα αποστείλει πριν από μερικούς μήνες για να απορρίψει με αδιάσειστα τεκμήρια την συκοφαντική εκστρατεία.

«Έχουν μια υποχρέωση της απολογίας και κάποιων έμπρακτων πράξεων και συμπεριφορών για να αποκαταστήσουν την τρομακτική ζημιά που προκάλεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και αυτό συνδέεται και με την χαμένη αξιοπιστία του ευρωπαϊκού συστήματος λήψης αποφάσεων και σημαίνει επίσης υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες», ανέφερε.

H  επιστολή του Προέδρου της Βουλής

Μεταξύ άλλων στην επιστολή του προς Σιουλτς και ομολόγους του χωρών μελών της Ευρωζώνης ο κ. Ομήρου αναφέρει ότι οι δύο εκθέσεις, αναγνωρίζουν την προληπτική προσέγγιση των Κυπριακών αρχών στη μείωση του ρίσκου ξεπλύματος χρήματος, καθώς επίσης στην πιστή εφαρμογή των μέτρων που αφορούν στο CDD (customer due diligence)  και στη συμμόρφωση με τις υποδείξεις που σχετίζονται με την αξιολόγηση των πελατών.

Ιδιαίτερη αναφορά δίδεται στο γεγονός ότι η Κύπρος δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα σε σχέση με τη διεξαγωγή διεθνών τραπεζικών εργασιών.

 Σύμφωνα με ανακοίνωση,  ο Πρόεδρος της Βουλής επανέλαβε ότι αντίθετα με προηγούμενα ευρήματα της Τρόικαw, η εικόνα που σκιαγραφούν για την Κύπρο οι δυο αυτές εκθέσεις, είναι άκρως θετική. Ως εκ τούτου, δικαιολογημένα η Κύπρος μπορεί να αισθάνεται αγανάκτηση για τη βάναυση και επιθετική κριτική στην οποία υποβλήθηκε τους τελευταίους μήνες.

Το γεγονός ότι η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται και μετά τις αποφάσεις του Eurogroup, ανέφερε, είναι ακόμη πιο ανεπίτρεπτο, παρόλο που τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από τέτοιες ενέργειες είναι προφανή, γράφει  ο κ. Ομήρου ενώ τέλος υπογραμμίζει ότι εξαιρετικής σημασίας καθίσταται η ανάγκη για αποκατάσταση αυθαίρετων και άδικων πολιτικών αποφάσεων, όπως αυτές που λήφθηκαν για την Κύπρο, οι οποίες στερούνται οποιασδήποτε νομικής και οικονομικής λογικής.