Η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανεβάζει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Κύπρου από 17,5 δις σε 23,5 δις, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι επιβάλλει εκ των πραγμάτων νέες ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών ή οποιεσδήποτε νέες επιβαρύνσεις στους καταθέτες είπε σήμερα ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Χρήστος Στυλιανίδης.

Σε δηλώσεις του, στο Προεδρικό Μέγαρο, ο κ. Στυλιανίδης είπε ότι «η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως δημοσιεύθηκε χθες, ενώ ανεβάζει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Κύπρου από 17,5 δις σε 23,5 δις, εντούτοις σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι επιβάλλει εκ των πραγμάτων νέες ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών ή οποιεσδήποτε νέες επιβαρύνσεις στους καταθέτες.
Καμία επιπρόσθετη ανάγκη δεν προκύπτει από την εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις ανάγκες της Κύπρου πέραν αυτών που έχουν ήδη διαμορφωθεί στο Μνημόνιο, είπε ο Εκπρόσωπος.

Πρόσθεσε ότι τα 23,5 δις για τα οποία γίνεται λόγος στην εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχουν ήδη ληφθεί υπόψη και έχουν αξιολογηθεί στην τελική διαμόρφωση του Μνημονίου και της δανειακής σύμβασης που σήμερα θα είναι στην τελική απόφαση του Eurogroup.
«Είναι γεγονός ότι επιδεινώθηκαν τα οικονομικά δεδομένα από τις 23 Νοεμβρίου, όταν η εκτίμηση για τις χρηματοδοτικές ανάγκες έφτανε τότε στα 17,5 δις, λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης στον τραπεζικό τομέα και στα δημοσιονομικά που προκλήθηκε από ανευθυνότητα, ατολμία και αναποφασιστικότητα στο να υπογραφτεί το Μνημόνιο κατά τον ουσιώδη χρόνο, Νοέμβριο με Φεβρουάριο, και λόγω δυστυχώς μια ανεξήγητης στάσης στο να κυλήσουν οι εξελίξεις στη Λαϊκή Τράπεζα και να μην επιβαρυνθεί ακόμη περισσότερο με 9,6 δις», είπε.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέστειλε σήμερα επιστολή στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον Ιρλανδό Πρωθυπουργό, ως Προεδρεύοντα της ΕΕ, με την οποία ζητείται η εξασφάλιση πρόσθετων κονδυλίων και άλλων υποβοηθητικών προνοιών για την παρεχομένη βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για αντιμετώπιση των συνεπειών της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στον τόπο, σημείωσε ο κ. Στυλιανίδης.

Στα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 8ης Φεβρουαρίου 2013, αναφορικά με το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2014-2020, προβλέπεται η παραχώρηση πρόσθετης βοήθειας στα κράτη μέλη που έχουν υποστεί σοβαρές συνέπειες από την οικονομική κρίση στην ευρωζώνη και η οποία έχει επηρεάσει άμεσα το επίπεδο ευημερίας τους.

Σε αυτό το πλαίσιο η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτημα, μέσω αυτών των επιστολών, για εξασφάλιση πρόσθετων κονδυλίων για την Κύπρο από την Πολιτική Συνοχής και την Αγροτική Ανάπτυξη. Επίσης θα αιτηθεί όπως το ποσοστό της ΕΕ στη συγχρηματοδότηση των διαφόρων προγραμμάτων αυξηθεί σημαντικά για να καταστεί εφικτή η απορρόφηση τους, χωρίς σημαντική επιβάρυνση των εθνικών πόρων.

Η Κυβέρνηση κινητοποιείται και θα κινητοποιηθεί ακόμα περισσότερα σε όλα τα επίπεδα και ελπίζει ότι θα εξασφαλίσει σημαντικούς επιπρόσθετους πόρους για χρηματοδότηση της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.

Στην προσπάθεια αυτή, εξαιρετικά σημαντικός είναι ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Κυβέρνηση ενημερώνει εντός της ημέρας τα πολιτικά κόμματα για αυτή την πρωτοβουλία και ζητεί τη συνδρομή τους, μέσω των Ευρωβουλευτών και των ομάδων στις οποίες συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για την προώθηση του δίκαιου αιτήματος της Κύπρου σε όλους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τόνισε ο Εκπρόσωπος.

Επεξηγώντας το σημείωμα, το οποίο αναφέρεται στις χρηματοδοτικές ανάγκες, ο κ. Στυλιανίδης είπε ότι «αιτιολογείται πλήρως το θέμα της επιβάρυνσης των δημοσιονομικών που από 7.5 δις κατέληξε στα 10 δις και επεξηγείται πλήρως το θέμα της επιδείνωσης στον τραπεζικό τομέα, λόγω αυτής παρέλευσης του χρόνου, δυστυχώς, δίχως ουσιαστικές αποφάσεις, δίχως την πολιτική ευθύνη που θα ανέμενε κανείς αυτές τις κρίσιμες ώρες».

Name

Name

Name

 

Ερωτηθείς ο κ. Στυλιανίδης είπε ότι «είναι σημαντική και σοβαρή αυτή η επιδείνωση και έχει σχέση με το γεγονός ότι πήγαμε στην ουσιαστικά διάλυση της Λαϊκής, στην εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου, στη σμίκρυνση του τραπεζικού τομέα, κυρίως εκτός Κύπρου, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ο αριθμός φτάνει στα 10,6 δις. Τόσα ουσιαστικά ο τραπεζικός τομέας έχει υποστεί. Για αυτό μιλάμε για χρηματοδοτικές ανάγκες των 23,5 δις. Αυτό βέβαια έχει ήδη γίνει, δεν συζητάμε κάτι που θα γίνει από δω και πέρα. Και ήταν και ο λόγος που δυστυχώς έγιναν πιο οδυνηρά τα μέτρα στην ολοκλήρωση του Μνημονίου από ό,τι ήταν προηγουμένως και από ό,τι θα ήταν εάν είχαμε Μνημόνιο τον Ιούλιο και ακόμη εάν δεν μπαίναμε στο Μνημόνιο και αποδεχόμασταν τις επτά συστάσεις της Επιτροπής και ακόμη ένα το Μάιο του 2011 όταν έγινε αυτό που έγινε στην Ελλάδα, παίρναμε διαφορετικές αποφάσεις. Δυστυχώς, η παρέλευση του χρόνου οδηγεί εδώ. Υπάρχουν όμως συγκεκριμένοι υπεύθυνοι για αυτή την παρέλευση του χρόνου».
 
Σε παρατήρηση δημοσιογράφου ότι στο σημείωμα που δόθηκε (και επισυνάπτεται) αναφέρεται ότι το ποσό για τις τράπεζες είναι 13,5 δις και ερωτηθείς αν τα επιπρόσθετα 3,5 δις αφορούν άλλες τράπεζες, ο κ. Στυλιανίδης είπε ότι «σίγουρα υπάρχουν και υπάρχουν και μέσα στο Μνημόνιο για τις ανακεφαλαιοποιήσεις. Είναι γνωστό ότι, για παράδειγμα, ο Συνεργατισμός θα τύχει 1,2 δις ανακεφαλαιοποιήσεις με βάση το πρόγραμμα».