Το Πραξικόπημα του 1974, τις ευθύνες, τις παραλείψεις, τα ιστορικά λάθη και τις προδοσίες, ανέλυσε στο SigmaLive ο τέως Πρόεδρος της Βουλής Γιαννάκης Ομήρου.
Όπως ανέφερε, τόσο η κοινωνία, όσο και οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής φέρουν ευθύνη για την προ του πραξικοπήματος περίοδο, ενώ τονίζει ότι η αντίσταση δεν μπορεί να αποτελεί «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για τον εξαγνισμό προσώπων και ομάδων που δρούσαν ακόμα και υποστηρικτικά στην χούντα των Αθηνών. «Κάποιοι που παρουσιάζονται σήμερα ως αντιστασιακά, έστρωσαν το δρόμο στο πραξικόπημα», υπογραμμίζει.
Σημαντική είναι και η αναφορά του κ. Ομήρου για το ποιον βαραίνει η ευθύνη για την απόσυρση της ελληνικής ναυτικής δύναμης, μια ανάσα πριν από την απόβαση των τουρκικών στρατευμάτων στην Κερύνεια.
«Ο Πέτρος Αραπάκης, Αρχηγός του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού τότε, διαδραμάτισε έναν ρόλο, τον οποίο δεν θα είχα κανένα δισταγμός να χαρακτηρίσω ως “προδοτικό”», είπε, αφήνοντας σαφείς αιχμές για την εγκληματική εκείνη εντολή που δόθηκε για την επιστροφή των ελληνικών υποβρυχίων από την Κύπρο στην Ελλάδα.
Τέλος, ο τέως Πρόεδρος της Βουλής εκφράζει την άποψη ότι «τόσο οι μικρές, όσο και οι μεγάλες τραγωδίες, συμβαίνουν εφόσον δεν παραδειγματιζόμαστε από την Ιστορία», προβάλλοντας την αναγκαιότητα της μνήμης, έναντι της λήθης που κινδυνεύει να σκεπάσει τα πάντα στην Κύπρο.
Ακολουθεί η συνέντευξη του Γιαννάκη Ομήρου:
"Βρισκόμαστε σε μια χρονική απόσταση ασφαλείας 42 ολόκληρων χρόνων, χωρίς τους συναισθηματισμούς που είναι φυσικό να φορτίζουν τις πρώτες εκείνες τοποθετήσεις και πολιτικές αναλύσεις. Μπορούμε πλέον να μπούμε στη βάσανο μίας «χωρίς έλεος αυτοκριτικής» για λάθη και παραλείψεις που υπήρξαν σε όλη την προ του πραξικοπήματος περίοδο, τα οποία έστρωσαν το δρόμο στο πραξικόπημα.
Χωρίς έλεος σημαίνει «όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν», δηλαδή θα πρέπει να διδασκόμαστε από λάθη και παραλείψεις και θα πρέπει να μαθαίνουμε από τέτοιου μεγέθους τραγωδίες εκείνες του 1974. Νομίζω ότι υπάρχουν ερωτήματα τα οποία αναζητούν απαντήσεις. Γιατί αλήθεια αφέθηκε η κυπριακή κοινωνία ανοχύρωτη απέναντι στη λαίλαπα που ερχόταν;
«Η χούντα ήταν αποδεκτή από μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας»
Όταν εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967, οι πρώτες αντιδράσεις εδώ στην Κύπρο, οι οποίες κράτησαν για χρόνια, ήταν ότι επρόκειτο για μια Εθνική Κυβέρνηση. Βλέπαμε συνθήματα όπως «Παττακέ, η Κύπρος σε περιμένει». Αυτό σημαίνει ότι η χούντα ήταν αποδεκτή από ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος, αλλά είχε διαπεράσει την κυπριακή κοινωνία. Οργανώνονταν συγκεντρώσεις κάθε 21η Απριλίου, όπου έμπλεοι εθνικής υπερηφάνειας, εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι αλλά και άλλες ομάδες, γιόρταζαν την «εθνοσωτήριον επανάσταση».
Ποιος ευθύνεται γι’ αυτή την ψυχολογία της εποχής; Ασφαλώς, η κοινωνία δεν μπορεί να απαλλαχθεί. Επιπλέον, πού ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι για πουν «όχι»; Αντιθέτως, θα έλεγα ότι ως γλοιώδεις και ως οσφυοκάμπτες, συναγωνίζονταν για το ποιος θα πει το «ναι». Ξέρετε, οι πνευματικοί άνθρωποι σε κάθε χώρα και σε κάθε κοινωνία, θα πρέπει να είναι οι πρωτοπόροι, ο θώρακας και η άμυνα, να ανοίγουν δρόμους, να διαβλέπουν κινδύνους και να προειδοποιούν. Αυτό απουσίασε από την Κύπρο.
Εκείνο που υπήρξε ήταν μια μη εκπλήρωση καθήκοντος αλλά και πολλές εγκληματικές παραλείψεις. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω ότι η μη αντίδραση στην ελλαδική δικτατορία, η οποία σταδιακά δικτυωνόταν στην Κύπρο και υπονόμευε και αποσυνέθετε τον πολιτειακό και δημοκρατικό ιστό, ήταν κατ’ ανάγκη μια προδοτική στάση. Όμως, η αυτοκριτική που προανέφερα, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει να γίνει: για να δοθούν τα σωστά μηνύματα για το παρόν και το μέλλον.
Αν υπάρχει ωριμότητα στην κοινωνία και στον πολιτικό κόσμο για να προβούν σε αυτή την αυτοκριτική; Αν υπήρχε η ωριμότητα, δεν θα είχαμε φαινόμενα κάποιοι να παρουσιάζονται ακόμα και ως αντιστασιακοί, ενώ εκείνη την περίοδο διαδραμάτισαν έναν ρόλο υποβοηθητικό προς την επέλαση της χούντας, την άλωση της Δημόσιας Υπηρεσίας, της Παιδείας, της Εθνικής Φρουράς και της Αστυνομίας, στρώνοντας το δρόμο για το Πραξικόπημα. Ξέρετε, η αντίσταση στο Πραξικόπημα, δεν είναι η «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για να εξαγνίζεται η κοινωνία από τις συλλογικές ευθύνες γι’ αυτή τη βαρβαρότητα.
Για την απόσυρση της ναυτικής δύναμης
Δυστυχώς, δεν μπορώ να επιβεβαιώσω ή να διαψεύσω το αν δόθηκε όντως εντολή για την απόσυρση της ελληνικής ναυτικής δύναμης από την Κύπρο, λίγα 24ωρα πριν το πραξικόπημα. Υπάρχουν μαρτυρίες, πιστεύω αξιόπιστες, οι οποίες λένε ότι όντως, τα υποβρύχια «τσέπης», τα οποία ήρθαν μέχρι τα παράλια της Κερύνειας και ήταν τα πιο σύγχρονα της εποχής, θα μπορούσαν να χτυπήσουν τα αποβατικά πλοία του τουρκικού στόλου και να οδηγήσουν σε ναυάγιο την επιχείρηση της απόβασης.
Αν θυμηθούμε τα γεγονότα της εποχής, ο Πέτρος Αραπάκης, αρχηγός τότε του ελληνικού ναυτικού, ήταν εκείνος που έκανε τις επαφές, διαλυθείσης της χουντικής κυβέρνησης Ανδρουτσόπουλου. Τότε, ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Tζόσεφ Σίσκο, αναζητούσε κάποιον να συνομιλήσει και βρήκε τον Αραπάκη. Άρα δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Αραπάκης διαδραμάτισε έναν ρόλο, τον οποίο δεν θα είχα δισταγμό να χαρακτηρίσω ως «προδοτικό». Ελπίζω όλα αυτά να αποκαλυφθούν με τη συμφωνία που έχουμε κάνει με τη Βουλή των Ελλήνων, προκειμένου να υπάρξει πλήρης πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της Εξεταστικής Επιτροπής για την προδοσία της Κύπρου.
Ωστόσο, θα πρέπει να κάνουμε μια διάκριση. Υπάρχουν οι συνειδητοί προδότες, οι πράκτορες, δηλαδή εκείνοι που πιθανότατα ακόμα και να χρηματίστηκαν για να δράσουν όπως έδρασαν. Υπάρχουν οι αφελείς, που παρασύρθηκαν από την εθνοκαπηλία και υπάρχουν οι απλοί άνθρωποι οι οποίοι πίστευαν στο ιδανικό της Ένωσης. Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι υπήρξε προδοσία. Μήπως οι οδηγίες που δίνονταν τότε από την Αθήνα, να μην χτυπηθούν καν οι αλεξιπτωτιστές που έπεφταν το πρωί της 20ης Ιουλίου, δεν είναι προφανές ότι πρόκειται για προδοσία;
Τότε, λεγόταν ότι επρόκειτο για συμφωνημένη άσκηση του ΝΑΤΟ με την Ελλάδα. Γι’ αυτό τις πρώτες ώρες δεν υπήρξε ουσιαστική αντίσταση εναντίον του εισβολέα. Υπήρξε λοιπόν προδοσία και 42 χρόνια μετά μπορούμε να το λέμε με ασφάλεια, καθώς είναι πλήρως τεκμηριωμένο πλέον, ότι όλα ήταν σχεδιασμένα.
Πραξικόπημα: Η τέλεια αφορμή για την Εισβολή
Το Πραξικόπημα και η Εισβολή ήταν δύο φάσεις του ίδιου εγκλήματος: το Πραξικόπημα έγινε για να δώσει αφορμή στην καραδοκούσα Τουρκία να εισβάλει. Ο Μακάριος το έλεγε: όσοι φωνασκούν για την Ένωση, στην πραγματικότητα οδηγούν στη διχοτόμηση της Κύπρου. Οι προειδοποιήσεις υπήρχαν και μάλιστα κάποιοι τότε εξίσωναν τη βία με την λεγόμενη «αντιβία», δηλαδή τη νόμιμη αντίσταση του λαού και του κράτους απέναντι στις ενέργειες αποσταθεροποίησης του πολιτειακού δημοκρατικού ιστού. Μιλάω για επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και εν ψυχρώ δολοφονίες δημοκρατικών πολιτών.
Να θυμίσω ακόμα, για όσους το ξέχασαν, ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων τότε, απέρριψε αίτημα να συζητηθεί η επίθεση τραμπούκων που είχαν οργανωθεί από την Εθνική Φρουρά, εναντίον διαδηλωτών εδώ στην Κύπρο κατά της δικτατορίας της 21η Απριλίου. Είχαν τραυματιστεί δημοκρατικοί πολίτες, αλλά όταν το αίτημα ενεγράφη στη Βουλή, εκείνη «εν τη σοφία της» αποφάσισε ότι δεν θα έπρεπε δήθεν να δηλητηριαστούν οι σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας, επιβάλλοντας άκρα του τάφου σιωπή.
«Να διδαχτούμε από την Ιστορία»
Μιλάμε για το Μαρί, μιλάμε για την πτώση του αεροσκάφους της Ήλιος, για τις αβελτηρίες του κρατικού μηχανισμού, για λάθη, για παραλείψεις και ξεχνάμε ότι αυτά τα επαναλαμβάνονται όσο δεν κάνουμε ανατομία του μέγιστου των μεγίστων από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε αυτή τη χώρα. Δεν θέλω να κάνω σύγκριση, αλλά θα πρέπει να ξέρουμε ότι, τόσο οι μικρές, όσο και οι μεγάλες τραγωδίες συμβαίνουν εφόσον δεν παραδειγματιζόμαστε από την Ιστορία. Η διδαχή της Ιστορίας έχει μια συγκεκριμένη χρησιμότητα: να μας αποτρέπει από την επανάληψη των λαθών.
Αν εξαιρέσουμε τις ημέρες των επετείων, δυστυχώς η λήθη σκεπάζει τα εγκλήματα και του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής, ενώ η αντίσταση αξιοποιείται για να διαγράφονται οι ευθύνες. Το μεγάλο χρέος μας είναι η διατήρηση αλώβητης της ιστορικής μνήμης για να φωτίζει διδακτικά το παρόν και το μέλλον, όχι κατ’ ανάγκη για να συντηρείται ένας εθνικός διχασμός. Σίγουρα χρειάζεται ενότητα, τόσο του λαού, όσο και της ηγεσίας για να μπορέσουμε να οδηγηθούμε επιτέλους, 42 χρόνια μετά, σε μια λύση του Κυπριακού που θα εξουδετερώνει ένα βασικό κίνδυνο: την ανακοπή της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού στην Κύπρο".




