Σχεδόν δυο χρόνια μετά από τις προεδρικές εκλογές και είκοσι μήνες μετά από την έγκριση του Μνημονίου «ανάμεσα στη χώρα μας και την Τρόικα, η Κύπρος βιώνει τη χειρότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της, μετά την τουρκική εισβολή του 1974», δήλωσε ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ) Νικόλας Παπαδόπουλος.
Πρόσθεσε ότι «οι πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του τόπου μας, καταρρέουν», ενώ για το Κυπριακό είπε ότι η στρατηγική Προέδρου Αναστασιάδη έχει αποτύχει.
Σε ομιλία του στην Κεντρική Επιτροπή του ΔΗΚΟ αναφορικά με το Κυπριακό, την οικονομία, την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ και το ρόλο του κόμματος, ο κ. Παπαδόπουλος είπε ότι η λανθασμένη στρατηγική και τακτική του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Κυπριακό, έχει οδηγήσει την ελληνοκυπριακή πλευρά σε πολύ χειρότερη και την τουρκική πλευρά σε πολύ καλύτερη θέση, από αυτή που είχαν.
«Τους τελευταίους δέκα μήνες, αποδείχθηκε κατ’ επανάληψη ότι με τη Συμφωνία Αναστασιάδη – Έρογλου του περασμένου Φεβρουαρίου, η τουρκική πλευρά πέτυχε τις περισσότερες από τις διαχρονικές επιδιώξεις της και μάλιστα ανεξάρτητα από την έκβαση που είχαν οι διαπραγματεύσεις που διεξαγόντουσαν πριν από την εισβολή της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ και την αναπόφευκτη διακοπή τους. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, η Τουρκία εμφανιζόταν και εμφανίζεται, όχι μόνο πιο αδιάλλακτη, αλλά και πιο προκλητική από κάθε άλλη φορά. Η μόνιμη πλέον παραβίαση της κυπριακής ΑΟΖ, σε συνδυασμό με τις επίσημες θέσεις της Τουρκίας στο θέμα της εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελούν την οδυνηρή αλλά και αποκαλυπτική κατάληξη μιας πορείας με λάθος εκτιμήσεις και συνεχόμενη πολιτική κατευνασμού της τουρκικής πλευράς», πρόσθεσε.
Χαρακτηριστικό και απογοητευτικό δείγμα της λανθασμένης αυτής πορείας, είπε ο κ. Παπαδόπουλος, συνιστά η ομιλία του Προέδρου Αναστασιάδη στην πρόσφατη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. όπου, αντί να καταγγείλει την Τουρκία, της απένειμε ουσιαστικά πιστοποιητικό καλών προθέσεων, με το να την καλέσει να αποδείξει «την καλή της διάθεση» στην πράξη.
«Ακόμη χειρότερα, για ακόμη μια φορά, αποδεικνύεται η αναποτελεσματικότητα της πολιτικής του «καλού παιδιού», αφού, παρά τις νέες «γενναιόδωρες προσφορές» του κοινού ανακοινωθέντος, τα συγχαρητήρια και τα χειροκροτήματα των ξένων τερματίστηκαν μόλις σταμάτησαν οι υποχωρήσεις μας. Μόλις η Τουρκία μπήκε στην ΑΟΖ μας και πάλι ξεκίνησαν να ζητούν νέες υποχωρήσεις από εμάς», πρόσθεσε.
Όπως ανέφερε, «οφείλουμε λοιπόν να αναγνωρίσουμε και οφείλουμε να το σημειώσουμε πριν να είναι αργά πως η κάκιστη βάση των διαπραγματεύσεων, δηλαδή η Συμφωνία Αναστασιάδη – Έρογλου, η αδιέξοδη πορεία των διαπραγματεύσεων, όπου η τουρκική πλευρά υπέβαλλε απαράδεκτες προτάσεις και μάλιστα μόνο για τις πτυχές που ενδιαφέρουν πρώτιστα την ίδια, η τουρκική προκλητικότητα και αδιαλλαξία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, η διεθνής εκστρατεία αναγνώρισης και αναβάθμισης του ψευδοκράτους, η νέα εισβολή του Αττίλα, αυτή τη φορά στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και η απροκάλυπτη προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών, των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου για συζήτηση του θέματος των υδρογονανθράκων πριν από μια ενδεχόμενη λύση, επιβεβαιώνουν, δυστυχώς, ένα απλό γεγονός: Η στρατηγική Αναστασιάδη στο Κυπριακό, έχει αποτύχει».
Ο κ. Παπαδόπουλος είπε πως η Κύπρος χρειάζεται αλλαγή στρατηγικής στο Κυπριακό, αλλαγή κατεύθυνσης στην οικονομία, αλλαγή προσέγγισης των προβλημάτων της κοινωνίας και πρόσθεσε ότι κυρίαρχο στοιχείο της αλλαγής αυτής είναι η διεκδίκηση.
Είπε πως το κρίσιμο είναι να προσεγγίζουμε τη διαπραγμάτευση αποφασισμένοι να διεκδικήσουμε με επιμονή τα απαραίτητα στοιχεία της λύσης που την καθιστούν λειτουργική και βιώσιμη και διασφαλίζουν την ύπαρξη και επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού.
Ανέφερε πως στο πλαίσιο μια τέτοιας διεκδικητικής στρατηγικής, απαιτείται και επιβάλλεται ο άμεσος απεγκλωβισμός από τη Συμφωνία Αναστασιάδη – Έρογλου, η επαναφορά στο επίκεντρο των συζητήσεων όλων των πτυχών του Κυπριακού και κυρίως των πτυχών που ενδιαφέρουν την ελληνοκυπριακή πλευρά, όπως η ασφάλεια, η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, ο εποικισμός, το προσφυγικό και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, η συνεχής και έντονη καταγγελία των πραγματικών επιδιώξεων, της αδιαλλαξίας και των προκλήσεων της Τουρκικής πλευράς, η αξιοποίηση της θέσης μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αξιοποίηση της προοπτικής που προσφέρει η ύπαρξη Φυσικού Αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ, η ενίσχυση της διακρατικής συνεργασίας των χωρών της περιοχής, που θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην απομόνωση της Τουρκίας που ενεργεί ως ηγεμόνας.
«Τρία και μοναδικά πλεονεκτήματα έχουμε: Είμαστε το μοναδικό αναγνωρισμένο κράτος πάνω σε αυτό το νησί, είμαστε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έχουμε φυσικό αέριο. Η Τουρκία επιδιώκει να αναιρέσει και τα τρία αυτά πλεονεκτήματα. Καθήκον δικό μας να τα αξιοποιήσουμε προς το συμφέρον του λαού μας και την επίτευξη μιας βιώσιμης λύσης. Και αυτό διεκδικούμε», πρόσθεσε.
ΠΗΓΗ - ΚΥΠΕ




