Η καταστροφή την οποία όλοι φοβόντουσαν, δυστυχώς έγινε μια τρομακτική πραγματικότητα με την προέλαση των τουρκικών δυνάμεων το 1974, λέει σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ ο Ταξίαρχος Φράνσις Χεν, ο επικεφαλής του Στρατιωτικού Επιτελείου και Διοικητής του βρετανικού αποσπάσματος στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ μεταξύ 1972-1974.

Ο Ταξίαρχος Χεν εκτιμά ότι αν δεν ικανοποιηθούν τα στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας, όπως η ίδια η Άγκυρα τα αντιλαμβάνεται, δεν θα είναι εφικτή η επίλυση του Κυπριακού.

Στη συνέντευξη, ο Ταξίαρχος Χεν αναφέρεται στην εμπειρία του στην Κύπρο, την οποία κατέγραψε σε βιβλίο με τίτλο “A business of Some Heat”, το οποίο εκδόθηκε στην Αγγλία το 2004, και δίνει μια αντικειμενική εκτίμηση – όπως αναφέρει ο ίδιος - για τα γεγονότα που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή.

“Η 20η Ιουλίου θα παραμείνει χαραγμένη στην ιστορία ως η πιο κρίσιμη στη μακρά ιστορία του νησιού και θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την 40η επέτειο. Η ημέρα εκείνη θα μείνει στη μνήμη των Ε/κ και των Τ/κ, όχι για τους ίδιους λόγους και σίγουρα όχι με τα ίδια συναισθήματα,” σημειώνει.

Όπως έγραψε στο βιβλίο του, “ενώ οι Ε/κ  θρηνούν για την τραγωδία που τους έπληξε, δεν πρέπει να ξεχνούν ότι η απερίσκεπτη και κοντόφθαλμη δράση της ελληνικής στρατιωτικής χούντας στην Αθήνα με το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπίσκοπου Μακάριου πέντε μέρες νωρίτερα, έδωσε στην Τουρκία την τέλεια πρόφαση για στρατιωτική δράση, φέρνοντας την καταστροφή στο νησί”.

Σε ερώτηση για την κατάσταση στο νησί όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο Ταξίαρχος Χεν είπε ότι η ΟΥΝΦΙΚΥΠ βρισκόταν ήδη στο νησί για οκτώ χρόνια και εκτελούσε καθήκοντα σύμφωνα με το ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας, δηλαδή την παρεμπόδιση των διακοινοτικών ταραχών, τη διατήρηση του νόμου και της τάξης και την επιστροφή σε ομαλές συνθήκες διαβίωσης. “Παρά σχετικά μικρά αλλά και δυνητικά σοβαρά δικοινοτικά στρατιωτικά προβλήματα, τα οποία η ΟΥΝΦΙΚΥΠ αμέσως επεδίωκε να λύσει, η κατάσταση γενικά ήταν ήρεμη ενώ συνεχίζονταν οι δικοινοτικές συνομιλίες έστω και με κάποιες διακοπές,” πρόσθεσε.

Τόνισε ότι ρόλος της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, πριν την εισβολή, αφορούσε επίσης στη διευθέτηση οικονομικών διαφορών μεταξύ των δύο κοινοτήτων, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική ανάπτυξη των Ελληνοκυπρίων. Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Δύναμη, εξήγησε, ήταν η άσκηση εξουσίας σε περιοχές οι οποίες ελέγχονταν από τους Τ/κ. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ΟΥΝΦΙΚΥΠ εφάρμοζε ειδικές διευθετήσεις, μέχρι την επίλυση του ουσιαστικού προβλήματος”, ανέφερε στο ΚΥΠΕ.

Όλοι στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ είχαν συνειδητοποιήσει την ουσιαστική ανάγκη για να διατηρηθεί ένα ήρεμο κλίμα το οποίο θα υποβοηθούσε την πρόοδο στις δικοινοτικές συνομιλίες, σημείωσε ο Ταξίαρχος Χεν.

Σε ερώτηση για το πώς η ΟΥΝΦΙΚΥΠ χειρίστηκε την κατάσταση μετά την εισβολή, ο Ταξίαρχος εξηγεί ότι “ένα πράγμα το οποίο πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι η αποστολή της Δύναμης, σύμφωνα με το ψήφισμα του ΣΑ και κατά συνέπεια και ο λόγος και ο ρόλος της στην Κύπρο, αφορούσε αποκλειστικά τη διένεξη μεταξύ Ε/κ και Τ/κ. Δεν είχε καμία εξουσία ούτε και τη στρατιωτική ικανότητα να αντισταθεί ή να περιορίσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της Τουρκίας, ένα κυρίαρχο κράτος και μέλος του ΟΗΕ, η οποία υποστήριξε ότι δρούσε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960”.

“Η στρατιωτική δράση της Τουρκίας δημιούργησε μια εντελώς νέα κατάσταση, η οποία δεν προνοείτο ούτε και προβλέπετο στο ψήφισμα 186 του 1964. Είχε λεχθεί στο Διοικητή της Δύναμης, Πρεμ Τσαντ, να αυτοσχεδιάσει, αναμένοντας την οποιαδήποτε απόφαση του ΣΑ”, είπε ο Ταξίαρχος.

Όπως είχε γράψει και στο βιβλίο του ο Ταξίαρχος Χεν, ότι “η καταστροφή που για μια δεκαετία όλοι φοβόντουσαν, και μερικοί δεν πίστευαν ότι θα μπορούσε ποτέ να γίνει, δυστυχώς ήταν μια φοβερή πραγματικότητα. Διαφάνηκε ότι όλες οι προσπάθειες της ΟΥΝΦΙΚΥΠ σε σχέση με τη διατήρηση της ειρήνης τα τελευταία 10 χρόνια εξανεμίστηκαν. Αλλά δεν είχαμε χρόνο για τέτοιες σκέψεις. Η Δύναμη ήταν στην Κύπρο ως ένα εργαλείο του ΣΑ και είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε το παν για να αντιμετωπίσουμε την ανθρώπινη τραγωδία, η οποία έπληξε τις κοινότητες στο νησί”, σημείωσε.

Αυτό, είπε, έκανε στο έπακρο η ΟΥΝΦΙΚΥΠ τις επόμενες βδομάδες.

“Ήταν ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή ότι η ΟΥΝΦΙΚΥΠ χρειαζόταν μεγάλη ενίσχυση για να μπορέσει να αναλάβει τις πάμπολλες νέες ευθύνες που συνεπάγεται με τον `αυτοσχεδιασμό”, ανέφερε ο Ταξίαρχος Χεν.

Ο τότε Γενικός Γραμματέας, Κουρτ Βάλντχαϊμ, πήρε έγκριση για αύξηση της Δύναμης από 2340 σε 4300 καθώς και ενισχύσεις που περιλάμβαναν τεθωρακισμένα οχήματα, κάτι το οποίο δεν είχε η ΟΥΝΦΙΚΥΠ προηγουμένως. “Όλες αυτές οι ενισχύσεις διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις ειρηνευτικές ενέργειες της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, σε σχέση με την επιτήρηση της κατάπαυσης του πυρός στο Αεροδρόμιο Λευκωσίας και τον έλεγχο της γραμμής κατάπαυσης του πυρός”, είπε.

Επιπλέον, μία από τις μεγαλύτερες επιπτώσεις των γεγονότων του Ιουλίου-Αυγούστου, συμπλήρωσε, ήταν το προσφυγικό και το ανθρωπιστικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε. Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιούργησε στενή και αρμονική σχέση με το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, την Υπάτη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και άλλους οργανισμούς και στις δύο κοινότητες στο νησί και η δουλειά σε αυτούς τους τομείς συνεχίστηκε για πολλούς μήνες μετά τα γεγονότα.

Ο Ταξίαρχος Χεν είπε ότι μετά την εισβολή, η Δύναμη έπρεπε να προσαρμοστεί στις συνεχώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις που επέφεραν η κατοχή και η διαίρεση του νησιού. Πριν την εισβολή, η ΟΥΝΦΙΚΥΠ είχε αναπτύξει δυνάμεις σε ευαίσθητα σημεία σε όλες τις περιοχές του νησιού. Οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις δημιούργησαν ένα διάδρομο από την Κερύνεια μέχρι την τουρκοκυπριακή συνοικία στη Λευκωσία, αναγκάζοντας τη Δύναμη να αναπτυχθεί εκατέρωθεν του διαδρόμου αυτού. Παρότι η ΟΥΝΦΙΚΥΠ αντιμετώπιζε προβλήματα στις περιοχές που ήταν τώρα κάτω από τον έλεγχο του τουρκικού στρατού, συνέχισε να παρακολουθεί τις θέσεις των Τ/κ που ήταν απομονωμένες στο νότιο τμήμα του νησιού, ανέφερε.

Μετά και από τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, όταν δημιουργήθηκε η γραμμή κατάπαυσης του πυρός, έγινε μια ανακατάταξη στη Δύναμη ώστε να μπορεί να επιθεωρεί τη γραμμή αυτή, είπε, διευκρινίζοντας ότι η ΟΥΝΦΙΚΥΠ είχε ρητές εντολές να μην καθορίσει τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός. Όταν οι Τ/κ που βρίσκονταν στις ελεύθερες περιοχές μετακινήθηκαν προς τα κατεχόμενα, “τότε η ΟΥΝΦΙΚΥΠ είχε την ευχέρεια να συγκεντρωθεί κατά μήκος της γραμμής με στόχο να σταθεροποιήσει την κατάσταση και να δημιουργήσει μια ουδέτερη ζώνη καθώς και παρατηρητήρια”, ανέφερε ο Ταξίαρχος Χεν.

Σε ερώτηση πώς βλέπει την κατάσταση τώρα, 40 χρόνια μετά, ο Ταξίαρχος είπε στο ΚΥΠΕ ότι θέλει να δώσει την προσωπική του άποψη, την οποία θεωρεί ότι είναι η πραγματικότητα. “Πιστεύω ότι το Κυπριακό είναι ουσιαστικά θέμα στρατηγικής, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Τουρκία. Έχει μεγάλη στρατηγική σημασία για την Τουρκία να διασφαλίσει ότι καμία πιθανώς εχθρική δύναμη, ιδιαίτερα η Ελλάδα, δεν θα αποκτήσει τον έλεγχο της βόρειας Κύπρου και ενδεχομένως να επισκιάσει τουρκικές ενέργειες στο νότο.

Τόνισε ότι οι τουρκικές δυνάμεις βρίσκονταν σε ετοιμότητα για πολλά χρόνια και παρεμποδίστηκαν     δύο φορές από τη διεθνή κοινότητα να προχωρήσουν, ωστόσο το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν η ιδανική ευκαιρία, προβάλλοντας την πρόφαση ότι έπρεπε να προστατεύσουν την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

“Αν γίνεται αποδεκτή αυτή η άποψη, τότε μέχρι την εξεύρεση κάποιας διευθέτησης η οποία να ανταποκρίνεται στο έπακρο στα στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας, όπως η Άγκυρα τα αντιλαμβάνεται, η επίλυση του Κυπριακού θα παραμείνει ανέφικτη”, είπε.