Η κυπριακή νομοθεσία είναι απολύτως εναρμονισμένη με τις απαιτήσεις της ΕΕ και πλήρως αποτρεπτική οποιασδήποτε παράνομης δραστηριότητας διακίνησης κεφαλαίων, δηλωσε ο Γιαννάκης Ομήρου.
Ο Πρόεδρος της Βουλής εξέφρασε έντονη ανησυχία για δυσφημηστικά δημοσιεύματα, πληροφορίες αλλά και δηλώσεις με ανυπόστατους, αβάσιμους και συκοφαντικούς ισχυρισμούς περί δήθεν ξεπλύματος βρόμικου χρήματος μέσω του Κυπριακού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος.
«Καταγγέλλω την επιχειρούμενη δυσφήμιση για δήθεν αδιαφάνεια στον τομέα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και φαινόμενα ξεπλύματος βρώμικου χρήματος», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ανησυχία επίσης, είπε, προκαλούν μεθοδεύσεις για διαφοροποίηση του Εταιρικού Φόρου, κατά σαφή παραβίαση κυριαρχικού δικαιώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και αντίθεση με τις αποφάσεις και το θεσμικό πλαίσιο που καθόρισαν τα Ευρωπαϊκά Συλλογικά Όργανα.
Ο Γιαννάκης Ομήρου τόνισε με έμφαση ότι η Βουλή ομόθυμα στηρίζει τη διαφύλαξη του κυριαρχικού δικαιώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας να καθορίζει το φορολογικό καθεστώς.
«Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Κύπρος είναι ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιούνται για σκοπούς περαιτέρω αποδυνάμωσης της οικονομίας της και εξυπηρέτησης ανταγωνιστών στην ΕΕ κατά σαφή παραβίαση της αρχής της κοινοτικής αλληλεγγύης», είπε ο Πρόεδρος της Βουλής.
Τα δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου αναφορικά με τα ρωσικά κεφάλαια και την παρουσία ρωσικών εταιριών στην Κύπρο είναι εντελώς αβάσιμα και έχουν πολιτικές σκοπιμότητες, δήλωσε ο Υποψήφιος Πρόεδρος, Γιώργος Λιλλήκας. Πρόσθεσε ότι ρωσικές καταθέσεις και εταιρείες υπάρχουν και στην Αυστρία.
Για το θέμα του εταιρικού φόρου, ο Υποψήφιος Πρόεδρος επέκρινε την γερμανική Κυβέρνηση των τελευταίων δύο χρόνων, διότι, όπως είπε, υποσκάπτει την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης.
«Υπάρχει ο κίνδυνος να μετατρέψουν το ευρώ από κοινό σε εθνικό νόμισμα», είπε χαρακτηριστικά. Είναι και απαράδεκτο, αλλά και επικίνδυνο να παρακαμφθούν οι θεσμοί της ΕΕ, είναι ανήθικο να γίνει εκμετάλλευση της δυσκολίας που αντιμετωπίζει ένα κράτος-μέλος για να παρακαμφθούν οι θεσμοί της ΕΕ και να εισαχθούν από την πίσω πόρτα αποφάσεις πάνω σε ένα κράτος, αποφάσεις οι οποίες υπό διαφορετικές περιπτώσεις θα έπρεπε να ληφθούν ομόφωνα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο», κατέληξε.




