Παραμένουν αναπάντητα αμείλικτα ερωτήματα που αγγίζουν την Κυβέρνηση Αναστασιάδη και την προηγούμενη Διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας, τόσο σε πολιτικό, όσο και σε τεχνοκρατικό επίπεδο, ως προς το πώς φτάσαμε στη συγκεκριμένη συμφωνία πώλησης των παραρτημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, δήλωσε την Τετάρτη ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ) Νικόλας Παπαδόπουλος.
 
Μετά από συνάντησή του με τον Πρόεδρο και αντιπροσωπεία των Παλαιών Μετόχων της Τράπεζας Κύπρου, ο κ. Παπαδόπουλος διερωτήθηκε κατά πόσον “γνώριζε η Κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα τις λεπτομέρειες αυτής της συμφωνίας και εάν ήταν γνωστό στους πιο πάνω ότι οι Κύπριοι καταθέτες και οι Κύπριοι μέτοχοι θα `κουρεύονταν` για να ανακεφαλαιώσουν την Τράπεζα Πειραιώς και να την οδηγήσουν σε μια εντυπωσιακή κερδοφορία εις βάρος τους”.
 
Ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ διερωτήθηκε ακόμη κατά πόσον “υπήρξε παρασκηνιακή ή άλλη εκ των προτέρων επικοινωνία σε ανώτατο επίπεδο ή σε επίπεδο τεχνοκρατών με την Τράπεζα Πειραιώς ή την Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος για το συγκεκριμένο θέμα και ποιος ήταν ο ρόλος των συμβούλων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σε σχέση με αυτή την επιζήμια συμφωνία”.
 
“Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν στα πλαίσια των ποινικών ερευνών που διεξάγει η Νομική Υπηρεσία και καλούμε τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να διερευνήσει αυτή την πράξη που οδήγησε στην οικονομική καταστροφή μερικές χιλιάδες συμπολίτες μας”, είπε ο κ. Παπαδόπουλος.
 
Επανέλαβε τη θέση του ΔΗΚΟ ότι “από τις έρευνες δεν πρέπει να εξαιρεθεί η διαδικασία πώλησης των παραρτημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, η οποία κόστισε 3,5 δις ευρώ στους Κύπριους καταθέτες, στους Κύπριους μετόχους και γενικά στην κυπριακή αγορά”, χαρακτηρίζοντας την πράξη πώλησης, ως το “μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας”.
 
Ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ είπε ότι οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι το Μάρτιο του 2013 δυστυχώς επιβλήθηκε μια άδικη πολιτική απόφαση σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε ό,τι αφορούσε τους καταθέτες, τους μετόχους και τους κατόχους αξιογράφων των δυο μεγαλύτερων τραπεζών της κυπριακής οικονομίας και αποφασίστηκε όπως τα λάθη της ίδιας της ΕΕ, τα λάθη των Διοικήσεων των τραπεζών αλλά και τους λανθασμένους χειρισμούς της τότε κυπριακής κυβέρνησης θα πρέπει να τα πληρώσουν οι πιο πάνω”.
 
Πρόσθεσε ότι “για να μας δώσουν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας 10 δις ευρώ σε στήριξη επέβαλαν ζημιές ύψους 20 δις ευρώ στους καταθέτες, στους μετόχους και στους κατόχους αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας γιατί με την απόφαση του Μαρτίου 2013 αποφασίστηκε ότι θα `κουρευτούν` 8 δις ευρώ σε καταθέσεις, θα εξαφανιστούν 8 δις ευρώ σε αξία μετοχών και 4 δις ευρώ σε αξία αξιογράφων”.
 
Ο κ. Παπαδόπουλος είπε ότι αποφασίστηκε ότι θα πληρώσουν αυτές οι συγκεκριμένες κατηγορίες συμπολιτών μας τις ζημιές για τα ολέθρια και τεράστια λάθη της προηγούμενης πενταετίας, μια μεταχείριση η οποία ήταν άδικη, μια λύση η οποία ήταν άδικη και αντίθετη με όσα είχαν προηγηθεί σε σχέση με τη στήριξη άλλων τραπεζών σε άλλες χώρες που ζήτησαν τη βοήθεια του Μηχανισμού Στήριξης.
 
Αναφέρθηκε επίσης στον “τρόπο μεταφοράς του δανειστικού χαρτοφυλακίου της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου που ως γνωστόν συγχωνεύτηκε μετά από την απόφαση του Eurogroup και την απόφαση για την ένταξη των δυο τραπεζών σε εξυγίανση”.
 
Ο κ. Παπαδόπουλος είπε πως είναι γεγονός “ότι σε αντίθεση με ότι έγινε στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία αγόρασε τα παραρτήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, περιέλαβε στους λογαριασμούς της ένα κέρδος της τάξης των 3,5 δις ευρώ, η Τράπεζα Κύπρου όταν εισέπραξε το δανειστικό χαρτοφυλάκιο της Λαϊκής Τράπεζας με σημαντικό όφελος όσον αφορά τους δικούς της ελεγμένους λογαριασμούς, δεν υπάρχει καμία αναφορά και εξανεμίστηκε ένα ποσό που κυμαίνεται μεταξύ 1,8 και 2,5 δις ευρώ”.
 
Πρόσθεσε ότι “προκύπτει ένα ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί γιατί ίσως να προκύπτουν και νομικά θέματα για το ποιος δικαιούται αυτό το όφελος και για αυτό εμείς καλούμε την Κεντρική Τράπεζα να ξεκαθαρίσει αυτό το ζήτημα γιατί μιλάμε για δις ευρώ και δεν μπορεί να εξανεμίζονται δις στον αέρα χωρίς να μας πει κανένας πού πήγαν”.
 
Απαντώντας σε ερώτηση για τη διένεξη που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ Γενικής Εισαγγελίας και Αστυνομίας αναφορικά με τις έρευνες για την κατάσταση της κυπριακής οικονομίας, ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ είπε ότι “μας ανησυχεί το γεγονός ότι παρουσιάζεται αυτή η καθυστέρηση σε ό,τι αφορά την πορεία των ερευνών για το οικονομικό σκάνδαλο και τις ευθύνες που ενδεχομένως προκύπτουν από την κακοδιαχείριση των προηγούμενων ετών”.
 
“Είναι πραγματικά με θλίψη που βλέπουμε δύο σημαντικούς θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των πάρα πολύ σημαντικών ζητημάτων να μην φαίνεται να συνεργάζονται στο βαθμό που θα έπρεπε”, είπε ο κ. Παπαδόπουλος και κάλεσε Γενική Εισαγγελία, Αστυνομία και Κυβέρνηση, “να τα βρουν επιτέλους για να καταφέρουμε να διώξουμε ποινικά αυτούς οι οποίοι κατέστρεψαν την κυπριακή οικονομία”.
 
Από την πλευρά του ο Πρόεδρος των Παλαιών Μετόχων της Τράπεζας Κύπρου Ελευθέριος Ιωάννου είπε ότι κατά τη συνάντηση συζητήθηκαν τα προβλήματα που επισωρεύτηκαν στους παλαιούς και στους νέους μετόχους της Τράπεζας Κύπρου από τις διάφορες ενέργειες που έγιναν το 2013.
 
Ο κ. Ιωάννου είπε ότι το ερώτημα είναι το πώς αντιμετωπίζεται αυτή η κατάσταση σε ό,τι αφορά στις τεράστιες ζημιές τις οποίες έχουν υποστεί οι παλαιοί μέτοχοι.
 
Σημείωσε ότι κάτι το οποίο επίσης έχει διαπιστωθεί είναι ότι στην Τράπεζα Κύπρου δεν εφαρμόστηκαν οι ορθοί λογιστικοί κανόνες, οι οποίοι εάν εφαρμόζονταν θα άφηναν ένα κεφαλαιουχικό κέρδος της τάξης του 1,9 δις το οποίο θα ανήκε στους παλαιούς μετόχους και στους κατόχους αξιογράφων.
 
Ο κ. Ιωάννου είπε ακόμα ότι απαιτούμε την εφαρμογή των ορθών λογιστικών κανόνων ούτως ώστε τουλάχιστον να δοθεί κάποια ανάσα στους κατόχους αξιογράφων και στους παλαιούς μετόχους.

Πηγή ΚΥΠΕ