Η αύξηση του εκλογικού μέτρου θα δημιουργήσει προβλήματα καθώς θα εκτοπίσει το κυριότερο δημοκρατικό στοιχείο του συστήματος, δηλαδή το δικαίωμα της λαϊκής βούλησης ενώ θα αφήσει εκτός ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος, δήλωσε στο SigmaLive o Eκλογικός Αναλυτής Δρ. Νάσιος Ορεινός.

Κληθείς να σχολιάσει το δημοσίευμα της εφημερίδας ΣΗΜΕΡΙΝΗ, ότι δηλαδή τα δύο μεγάλα κόμματα στοχεύουν στην αύξηση του εκλογικού μέτρου στο 5%, ο Νάσιος Ορεινός εξήγησε:  

«Στο σύστημα της απλής αναλογικής, το οποίο η Κύπρος εισήγαγε το 1996, ο αριθμός εδρών που λαμβάνουν τα κόμματα εξαρτάται μόνο από το ποσοστό τους και θεωρείται δίκαιο εκλογικό σύστημα, διότι αποτυπώνει ακριβώς τη λαϊκή βούληση. Η αντιπροσώπευση θεωρείται αντικειμενική αφού κάθε κόμμα παίρνει τις έδρες που του αναλογούν σύμφωνα με τα ποσοστά των έγκυρων ψηφοδελτίων. Μία παραλλαγή της απλής αναλογικής είναι αυτή που ορίζει ελάχιστο όριο για τη συμμετοχή στην κατανομή των εδρών. Σε αυτήν την περίπτωση, όσα κόμματα δεν ξεπεράσουν το όριο δε μπορούν να λάβουν έδρες, Ως γνωστό ο υφιστάμενος εκλογικός νόμος θέτει το μέτρο στο 1.78% και ως αποτέλεσμα το παρόν σύστημα διατηρεί την πολιτική σταθερότητα αφού το ποσοστό αυτό θεωρείται από όλους ως ένα αποδεκτό όριο εισδοχής στη βουλή. Με την πιθανή τροποποίηση του εκλογικού νόμου ενδέχεται το μέτρο να ανέβει στο 5%. Η αύξηση του μέτρου θα δημιουργήσει προβλήματα», είπε χαρακτηριστικά.

Πρώτη συνέπεια της ψήφισης του νόμου αυτού, πρόσθεσε, είναι ότι ακριβώς θα εκτοπίσει το κυριότερο δημοκρατικό στοιχείο του συστήματος, δηλαδή το δικαίωμα της λαϊκής βούλησης.

«Κάποια κόμματα δεν θα παίρνουν, βάσει και της λαϊκής βούλησης, αυτό που τους αναλογεί, με την αδικία και οργή να κυριαρχεί στις εκλογικές αναμετρήσεις κάτι που θα αναταράξει την πολιτική ομαλότητα», είπε χαρακτηριστικά.

Πέραν από αυτό, το σημαντικότερο πρόβλημα του μέτρου αυτού, σύμφωνα με τον Νάσιο Ορεινό, είναι ότι θα μένει εκτός ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος και νοουμένου ότι η βουλή θα πρέπει να εκφράζει το σύνολο της κοινωνίας, το πρόβλημα αυτό καθίσταται σημαντικότατο.

«Εάν δηλαδή ένα κόμμα λαμβάνει 4.7% ή 4.9% δεν θα δικαιούται να εισέλθει στη βουλή. Συνεπώς, θα έχουμε στη βουλή λιγότερα κόμματα και αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έτσι και αλλιώς τα ποσοστά, αφαιρώντας τους απέχοντες, υπολογίζονται στα έγκυρα, άρα η βουλή θα αντιπροσωπεύει ένα ακόμα μικρότερο κομμάτι της κοινωνίας από αυτό που αντιπροσωπεύει σήμερα. Τρανό παράδειγμα είναι και η Ελλάδα όπου στις εκλογές της 7ης Μαϊου του 2012 είχε μείνει εκτός βουλής το 19%, ασχέτως εάν υπήρξαν επαναληπτικές εκλογές», εξηγεί.

«Θεωρώ λοιπόν, ότι η όποια αλλαγή του εκλογικού νόμου θα πρέπει να στοχεύει στην εξυγίανση του συστήματος, στη διαφάνεια, αντικειμενικότητα και σταθερότητα. Όχι στο αντίθετο!», κατέληξε.