Στην τελική διαμόρφωση του νομοθετικού κειμένου, με το οποίο επιχειρείται η τροποποίηση του ισχύοντος νόμου περί πολιτικής δικονομίας ως προς τις κατασχέσεις, προχωρεί η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, με στόχο την απρόσκοπτη λειτουργία οιασδήποτε κρατικής ή δημόσιας υπηρεσίας, χωρίς, ταυτοχρόνως, να περιορίζονται τα δικαιώματα οιουδήποτε διεκδικεί τα οφειλόμενα προς αυτόν και χωρίς να απαλλάσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία των υποχρεώσεών της που πηγάζουν από το Δημόσιο Χρέος.
Προτού αρχίσει η συζήτηση στη σημερινή συνεδρία της Επιτροπής Νομικών, ο Γενικός Εισαγγελέας ζήτησε το λόγο για να αναφερθεί σε “αήθη και αδικαιολόγητη επίθεση εναντίον του”, από τοποθετήσεις του Βουλευτή του ΔΗΣΥ και Μέλους της Επιτροπής, Ρίκκου Μαππουρίδη, ο οποίος απολογήθηκε, αποσύροντας το σχετικό κείμενο στο οποίο περιλαμβάνονταν οι εναντίον του κ. Κληρίδη αναφορές και καταθέτοντας διαμορφωμένο κείμενο εισηγητικής έκθεσης για την πρόταση νόμου που τροποποιεί το νόμο περί πολιτικής δικονομίας αναφορικά με τον τρόπο ικανοποίησης απαιτήσεων που προκύπτουν από αποφάσεις κατά του κράτους.
Από το έγγραφο, όπως ανέφερε ο κ. Μαππουρίδης, απουσιάζουν οι πολιτικές αναφορές σε σχέση με τις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε την έντονη ενόχλησή του και ο σκοπός, πρόσθεσε ο Βουλευτής του ΔΗΣΥ, είναι η εξεύρεση μιας αποδεκτής διαδικασίας επίλυσης του θέματος σε συνταγματικό πλαίσιο.
Οι παρατηρήσεις του κ. Μαππουρίδη, τόνισε ο Γενικός Εισαγγελέας, “είναι τελείως απαράδεκτες και θα ζητούσα την άμεση απόσυρσή τους και είναι τελείως αδόκιμο να περιέχονται σε έγγραφο, το οποίο έχει διανεμηθεί τόσο στην Επιτροπή Νομικών όσο και στα Μέλη της, θα ήθελα δε να συμβουλεύσω να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός οποιοσδήποτε προτίθεται να πάρει στο στόμα του τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος έχει αναλάβει ένα δύσκολο έργο, προερχόμενος από την Έδρα (Δικαστική) και προσπαθώντας με την ίδια ανεξαρτησία και ακεραιότητα να ασκήσει τα καθήκοντά του”.
Η Επιτροπή Νομικών, είπε ο Πρόεδρος της Επιτροπής Σωτήρης Σαμψών, ουδόλως συμμερίζεται ή ήταν στις προθέσεις της να θεωρηθεί ότι ασπάζεται καθ` οιονδήποτε τρόπο την οποιαδήποτε δήλωση ή υπαινιγμό κατά του προσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, τον οποίο εμπιστεύονται και επιθυμούν να έχουν αγαστή συνεργασία μαζί του, επειδή κρίνουν αναγκαία την εξακολούθηση αυτής της σχέσης, που έχει δημιουργηθεί ανάμεσά τους, για το καλό όλων και ιδίως για το καλό του τόπου.
Ο κ. Μαππουρίδης δήλωσε κατά τη συνεδρία, ενώπιον του κ. Κληρίδη και του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Ιωνά Νικολάου, ότι δεν αρκεί η απόσυρση των όσων περιλαμβάνονταν σε εκείνο το έγγραφο, διότι η έκφρασή τους, όπως ανέφερε, δεν αποσκοπούσε στο να πλήξει το πρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα, αλλά εκφράσθηκαν πιο πολύ “παρορμητικά” οι θέσεις εκείνες.
“Απολογούμαι προς το Γενικό Εισαγγελέα”, δήλωσε ο κ. Μαππουρίδης, “διότι, στην πραγματικότητα, περιέλαβα στο έγγραφο απόψεις και λεκτικό που δεν αρμόζουν σε άνθρωπο που επιθυμεί να εκφράσει καθαρά νομικές απόψεις”. Η αντίδρασή του εκείνη, πρόσθεσε ο κ. Μαππουρίδης, έπρεπε να ληφθεί υπ` όψη “στο πλαίσιο νομικής περισσότερο παρά πολιτικής ή προσωπικής αντιπαράθεσης” και για τον ίδιο, όπως ανέφερε, ο θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα, ως ιδεολογία, είναι πάρα πολύ υψηλά και ζήτησε να θεωρηθεί “ως μη γενόμενο” το ό,τι έγινε.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, επικαλούμενος και την προηγούμενη θητεία του ως Βουλευτή επί πολλά έτη, ζήτησε από όλους να είναι “πάρα πολύ προσεκτικοί” και χαιρέτισε το γεγονός ότι ο κ. Μαππουρίδης εκδήλωσε και την απολογία του και την πρόθεσή του να αποσύρει τους χαρακτηρισμούς για το πρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα.
Ο κ. Νικολάου δήλωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Γενικός Εισαγγελέας είναι πάντα ανοικτοί να συζητήσουν οποιοδήποτε θέμα επιθυμούν οι Βουλευτές και ότι “δεν είναι ανάγκη να φθάνουμε σε αυτό το σημείο, με αυτού του είδους δηλώσεις και γραπτώς μάλιστα, που δημιουργούν και κακές σχέσεις και πληγώνουν, διότι πράγματι είναι ενοχλητικές”, ζήτησε δε όπως οι Βουλευτές βλέπουν τον ίδιο και τον κ. Κληρίδη ως συνεργάτες και όπως μη επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα.
Ερωτηθείς, στη διάρκεια δηλώσεών του στους κοινοβουλευτικούς συντάκτες, μετά τη συνεδρία, κατά πόσον το θέμα θεωρείται λήξαν μετά τις εξηγήσεις που εδόθησαν εκατέρωθεν, ο κ. Σαμψών είπε ότι έληξε το θέμα και δεν επιθυμεί να προβεί σε οποιοδήποτε σχόλιο. Όπως ανέφερε, μιλώντας για το νομοσχέδιο, “το ζήτημα που προκύπτει έχει να κάνει με το κατά πόσον η τροποποίηση θα δίδει απόλυτη κάλυψη στην περιουσία του κράτους, δηλαδή να μην μπορεί οποιαδήποτε περιουσία του κράτους να εκποιηθεί, κάτι που, εάν γίνει, ενδεχομένως να ακυρωθεί δικαστικά και αυτός είναι ο προβληματισμός της Επιτροπής”.
“Βεβαίως”, συνέχισε ο κ. Σαμψών, “ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχουν άλλη άποψη και άλλη θέση, ότι, με την προτεινόμενη τροποποίηση, δεν είναι απόλυτη η κάλυψη, αλλά καλύπτονται μόνον περιουσιακά στοιχεία του κράτους, τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους, καθώς επίσης και περιουσιακά στοιχεία που έχουν να κάνουν μα καλλιτεχνική ή πολιτιστική κληρονομιά”.
“Η Επιτροπή Νομικών”, δήλωσε ο κ. Σαμψών, “αφού λάβει υπ` όψη της τα όσα ελέχθησαν σήμερα, θα προχωρήσει στην τελική διαμόρφωση του προτεινόμενου νομοσχεδίου, το οποίο θα πάει στην Ολομέλεια για ψήφιση”.
“Ένα θέμα που μας απασχολεί, επίσης”, πρόσθεσε, “και που θα πρέπει να καλυφθεί, έχει να κάνει με την προστασία περιουσιακών στοιχείων που αφορούν την Άμυνα του τόπου και δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε πιστωτής του κράτους, επειδή το κράτος οφείλει στον συγκεκριμένο, να πάει και να εκποιήσει, για παράδειγμα, ένα άρμα μάχης, ή ένα αντιαεροπορικό, ή έναν πύραυλο, ούτε έναν αξονικό τομογράφο Νοσοκομείου”.
“Αυτά δεν γίνονται και θα πρέπει να περιληφθούν στο νομοσχέδιο”, είπε ο κ. Σαμψών, δηλώνοντας πως “αντικείμενα και εξοπλισμοί, που χρησιμοποιούνται για το κοινό καλό και που είναι προς το συμφέρον του κοινού, όπως ο αξονικός τομογράφος, δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εκποίησης”.
Το σχετικό νομοσχέδιο περί πολιτικής δικονομίας επρόκειτο να τεθεί στη σημερινή συνεδρία της Επιτροπής Νομικών προς τελική τοποθέτηση των Μελών της, προκειμένου να παραπεμφθεί ακολούθως στην Ολομέλεια προς ψήφιση, όμως, όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Σωτήρης Σαμψών, είχε ζητηθεί δι` επιστολής από τον Γενικό Εισαγγελέα να εκθέσει τις θέσεις του ενώπιον της Επιτροπής, για αυτό και αναβλήθηκε η τελική τοποθέτηση για την ερχόμενη Τετάρτη.
Ο κ. Κληρίδης εξήγησε στην Επιτροπή Νομικών ότι ο λόγος, για τον οποίο έστειλε την επιστολή και ζήτησε να παραστεί στη σημερινή συνεδρία, ήταν, κυρίως, για να απαντήσει σε κάποια θέματα, στα οποία αναφερόταν ο κ. Μαππουρίδης με έγγραφό του το οποίο υπέβαλε στην Επιτροπή Νομικών απόντος του ιδίου, οπόταν δεν είχε την ευκαιρία να σχολιάσει τις αναφορές αυτές.
Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, που τον πλήγωσε ιδιαιτέρως, όπως δήλωσε ο Γενικός Εισαγγελέας, “είναι μια αήθης και αδικαιολόγητη επίθεση εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα”, ο οποίος, πρόσθεσε ο κ. Κληρίδης, κατηγορείται ότι, αντί να προβληματισθεί για τους λόγους που, δήθεν, προκάλεσαν την κατάσχεση του αυτοκινήτου του, επιχείρησε, με χρήση της εξουσίας του, να προωθήσει νομοσχέδιο για απαγόρευση εκποιήσεων κατά του κράτους.
Μετά τις εξηγήσεις που εδόθησαν για το ζήτημα αυτό και την απόσυρση του εγγράφου που είχε κατατεθεί στην Επιτροπή Νομικών, ο Γενικός Εισαγγελέας δήλωσε ότι δεν θα επιθυμούσε να δώσει συνέχεια, αν και θα μπορούσε να προσθέσει πάρα πολλά ακόμα, ενώ ο κ. Μαππουρίδης, διατυπώνοντας τη θέση του επί του περιεχομένου του νομοσχεδίου, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι με τις πρόνοιές του το νομοσχέδιο εξαιρεί από κατάσχεση το σύνολο της κρατικής περιουσίας και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε δικαστική απόφαση κατά του κράτους καθίσταται μη εκτελεστή και η όλη διαδικασία ενάντια στο κράτος καθίσταται ανούσια.
Θα μπορούσε να βρεθεί διέξοδος, είπε ο κ. Μαππουρίδης, εάν αναστελλόταν το δικαίωμα εκτέλεσης της κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του κράτους, εφ` όσον το χρέος προς τον οφειλέτη καταβαλλόταν σε μηνιαίες δόσεις με τακτή προθεσμία εξόφλησης του συνόλου της οφειλής.
Το νομοσχέδιο αυτό, είπε ο κ. Κληρίδης, δεν ετοιμάσθηκε ούτε προωθήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα και δεν έχει καμμία σχέση με την κατάσχεση του αυτοκινήτου του, θέμα το οποίο ουδόλως τον ενόχλησε και, μάλιστα, από την επομένη ημέρα πήγαινε στο γραφείο του με το ιδικό του όχημα ή με άλλο μέσο.
Όμως το ζήτημα, είπε ο κ. Κληρίδης, είναι ότι ενοχλεί ο διασυρμός του κράτους και ότι, προς το σκοπό της είσπραξης ενός τεράστιου ποσού εκατομμυρίων ευρώ, να στοχοποιείται ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, κάτι που αποσκοπεί στο διασυρμό του κράτους. Υπήρξε δε και άλλη περίπτωση προ ολίγων μηνών, όπως ανέφερε ο Γενικός Εισαγγελέας, όταν ο ίδιος ήταν σε σύσκεψη με νομικούς λειτουργούς στο γραφείο του και διακόπηκε η σύσκεψη για να του λεχθεί ότι ήρθαν επιδότες προκειμένου να κατάσχουν εξοπλισμό του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, για εκποίηση και είσπραξη του αντιτίμου έναντι τεράστιου ποσού που όφειλε το κράτος.
Αυτό το νομοσχέδιο, όμως, δεν είναι γενικώς κατά των κατασχέσεων περιουσιακών στοιχείων του κράτους έναντι οφειλών του προς ιδιώτες, είπε ο κ. Κληρίδης, αλλά αποσκοπεί καθαρά στο να εξαιρέσει κάποια περιουσιακά στοιχεία του κράτους, όπως για παράδειγμα οι συλλογές της Κρατικής Πινακοθήκης ή εξοπλισμός για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του κράτους.
Η προστασία από κατασχέσεις που προβλέπεται στο νομοσχέδιο, είπε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, δεν αφορά το σύνολο της κρατικής περιουσίας, αλλά εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους, πράγματα που σχετίζονται με ουσιώδη και ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο σκοπό, πράγματα καλλιτεχνικής, αρχαιολογικής, πολιτιστικής και ιστορικής σημασίας, καταθέσεις, συναλλαγματικά αποθέματα και χρηματικούς τίτλους και αξίες και οποιοδήποτε άλλο πράγμα επί του οποίου η εκτέλεση απόφασης κατάσχεσης θα επιφέρει βλάβη του δημοσίου συμφέροντος.
Από τον Βουλευτή του ΑΚΕΛ, Άριστο Δαμιανού, δηλώθηκε, τόσο στη συνεδρία της Επιτροπής όσο και στους δημοσιογράφους αργότερα στη Βουλή, ότι το ΑΚΕΛ επιφυλάσσεται να φέρει τροπολογίες πριν την τελική διαμόρφωση του νομοσχεδίου και, επειδή υπάρχουν πολλά παράξενα φαινόμενα τα τελευταία έτη, πρέπει να διευρυνθεί στο νομοσχέδιο ο κατάλογος των αντικειμένων στην οικία ενός ανθρώπου, αντικειμένων που δεν θα μπορούν να τύχουν κατάσχεσης.
“Την ίδια ώρα”, πρόσθεσε ο κ. Δαμιανού, “επειδή το ποσόν που καθορίζει ο νόμος για οικοσυσκευές είναι μέχρι 5.000 ευρώ και επειδή σήμερα η αξία των οικοσυσκευών αυτών υπερβαίνει το ποσόν αυτό, χρειάζεται μία επικαιροποίηση της νομοθεσίας, που να καλύπτει αυτή την ανθρώπινη διάσταση λόγω και της οικονομικής κρίσης”.
Ερωτηθείς για το εάν είναι οξύμωρο σχήμα να προστατεύονται τα αυτοκίνητα του κράτους και όχι η περιουσία του κόσμου, ο κ. Δαμιανού δήλωσε ότι “θα βρεθεί η ισορροπία. Αυτήν τη στιγμή”, πρόσθεσε, “δεν υπάρχει ισορροπία και θα πρέπει και οι πολίτες να προστατεύονται αλλά και οι θεσμοί και η αξιοπρέπεια και το κύρος του κράτους”.
Πηγή ΚΥΠΕ




