Μία ημέρα μετά την κίνησή του να ζητήσει από τον ΔΗΣΥ τα έντυπα υποψηφιότητας και συλλογής υπογραφών ενόψει της εσωκομματικής διαδικασίας για τις Προεδρικές Εκλογές του 2028, ο Αβέρωφ Νεοφύτου επανέρχεται, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει εάν τελικά θα διεκδικήσει το χρίσμα του κόμματος.
Μιλώντας σήμερα το πρωί στο Ράδιο Άστρα, ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ επέμεινε στη θέση που διατύπωσε τις προηγούμενες ημέρες: ότι η υποψηφιότητα για την Προεδρία της Δημοκρατίας απευθύνεται πρωτίστως στην κοινωνία και όχι στα μέλη ενός συγκεκριμένου κόμματος.
Η τοποθέτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς, μόλις μία ημέρα προηγουμένως, στις 5 Οκτωβρίου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου ζήτησε από τον Δημοκρατικό Συναγερμό τα σχετικά έντυπα υποψηφιότητας και συλλογής υπογραφών. Για την υποβολή υποψηφιότητας απαιτούνται 500 υπογραφές μελών του κόμματος, ενώ η κατάθεση των υποψηφιοτήτων έχει καθοριστεί για τις 26 Οκτωβρίου και η Παγκύπρια Εκλογική Συνέλευση για τις 28 Νοεμβρίου.
«Τίποτα δεν αλλάζει»
«Τίποτα δεν αλλάζει», ανέφερε ο Αβέρωφ Νεοφύτου, σημειώνοντας ότι είναι συνδεδεμένος εδώ και 50 χρόνια με την παράταξη στην οποία, όπως είπε, «αναγιώθηκε».
Την ίδια στιγμή, όμως, διαχώρισε εκ νέου την προεδρική του υποψηφιότητα από τα στενά κομματικά όρια.
«Θεωρώ την υποψηφιότητα για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Όποιος ενδιαφέρεται, απευθύνεται στην κοινωνία και όχι σε συγκεκριμένο κόμμα και συγκεκριμένα μέλη μιας παράταξης», ανέφερε.
Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η επιλογή αυτή δεν σημαίνει διαγραφή της μακράς σχέσης του με τον ΔΗΣΥ. «Δεν διαγράφουμε μια ιστορία παραταξιακή ή κομματική που είχαμε. Στη δική μου περίπτωση, 50 χρόνια. Σέβομαι αυτό το υπέροχο κόμμα, τον Δημοκρατικό Συναγερμό», είπε.
Επανέλαβε παράλληλα ότι δεν πρόκειται να «προδώσει» ή να «πληγώσει» την παράταξη, παραπέμποντας ουσιαστικά και στην προηγούμενη αναφορά του περί «σημαδεμένης τράπουλας».
«Το διακύβευμα μιας χώρας δεν περνά από το διακύβευμα μιας παράταξης»
Ιδιαίτερη ήταν η απάντησή του όταν η συζήτηση στράφηκε στο μέλλον του Δημοκρατικού Συναγερμού και στον κίνδυνο το κόμμα να απωλέσει τον ρόλο του ως κυρίαρχη δύναμη εξουσίας.
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου απέρριψε τη λογική ότι το βασικό διακύβευμα για τη χώρα μπορεί να ταυτίζεται με εκείνο ενός κόμματος.
«Δεν θεωρώ ότι το διακύβευμα για μια χώρα περνά από το διακύβευμα μιας παράταξης», ανέφερε, κάνοντας λόγο για μια λανθασμένη πολιτική και κομματική κουλτούρα που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες.
Όπως υποστήριξε, τα κόμματα συχνά προτάσσουν το δικό τους συμφέρον, την ώρα που η Κύπρος παραμένει μοιρασμένη και σημαντικό μέρος της κοινωνίας βρίσκεται αντιμέτωπο με οικονομικές δυσκολίες.
Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον εργαζόμενο, τον αυτοεργοδοτούμενο, τον δημόσιο υπάλληλο και τον μικροεπιχειρηματία που αγωνίζονται καθημερινά να ανταποκριθούν στο ενοίκιο, στο ηλεκτρικό ρεύμα και στις ανάγκες των παιδιών τους.
Κατά τον ίδιο, η πολιτική ηγεσία οφείλει να αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα χωρίς να εγκαταλείπει τα μεγάλα ζητήματα και τα μακροπρόθεσμα οράματα για τη χώρα.
«Συμφιλιωθήκαμε με το status quo»
Ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ άσκησε παράλληλα κριτική συνολικά στο πολιτικό σύστημα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει πλέον το Κυπριακό.
«Λυπούμαι που το 2026 ατόνησε από τον πολιτικό λόγο, από όλα τα κόμματα, η πρόταξη και δεν υπάρχει αυτό το πάθος, αυτή η δυναμικότητα να μιλούμε για την ανάγκη να ζήσουμε σε μια επανενωμένη πατρίδα», είπε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στο παρελθόν συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις είχαν ως «λάβαρο» την επανένωση, κάτι που θεωρεί ότι σήμερα έχει υποχωρήσει.
«Φαίνεται η πλειοψηφία και των πολιτικών προσώπων και των πολιτικών κομμάτων να έχουμε συμφιλιωθεί με το status quo», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου έθεσε ως δύο κεντρικούς πολιτικούς στόχους την «επανενωμένη πατρίδα» και τη «δίκαιη κοινωνία», επιχειρώντας έτσι να δώσει ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό στίγμα στην υποψηφιότητά του για το 2028.
Η γεωπολιτική διάσταση του Κυπριακού
Στην ίδια παρέμβαση υποστήριξε ότι οι σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για επαναφορά του Κυπριακού στο επίκεντρο.
Όπως ανέφερε, μια λύση του Κυπριακού είναι προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ομαλοποίηση των ευρωτουρκικών σχέσεων.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι η επίλυση του προβλήματος εξυπηρετεί και τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και γενικότερα της Δύσης, καθώς θα μπορούσε να διευκολύνει τη συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα στον κρίσιμο τομέα της ενεργειακής ασφάλειας.



