Τις προκλήσεις και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη ραγδαία ανάπτυξη της νευροτεχνολογίας αναμένεται να εξετάσει η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με έμφαση στις επιπτώσεις που ενδέχεται να υπάρξουν στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται το δικαίωμα στη νοητική ιδιωτικότητα, η ψυχική ακεραιότητα, η προσωπική αυτονομία και η ελευθερία της σκέψης, καθώς οι νέες τεχνολογικές εφαρμογές δημιουργούν δυνατότητες συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων που σχετίζονται με τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Φορητές συσκευές, όπως ακουστικά, καθώς και συστήματα διασύνδεσης εγκεφάλου και υπολογιστή με αισθητήρες, μπορούν να συλλέγουν νευροδεδομένα. Με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, τα δεδομένα αυτά είναι δυνατόν να αξιοποιούνται για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την προσοχή, την κόπωση ή τη συναισθηματική κατάσταση ενός ατόμου.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανή χρήση τέτοιων εφαρμογών στον χώρο εργασίας και στη διαφήμιση, αλλά και σε περιπτώσεις παρακολούθησης παιδιών και άλλων ευάλωτων ομάδων.

Επιστημονικό υπόμνημα που βρίσκεται ενώπιον της Επιτροπής επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται μόνο στην καταγραφή προσωπικών δεδομένων. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η νευροτεχνολογία θα μπορούσε να επηρεάσει ακόμη και την εγκεφαλική κατάσταση ενός ανθρώπου, δημιουργώντας ερωτήματα για την προστασία της αυτονομίας του.

Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται και το ζήτημα της ελευθερίας της σκέψης, η οποία συνδέεται με την ύπαρξη ενός προστατευμένου εσωτερικού χώρου όπου ο άνθρωπος μπορεί να διαμορφώνει, να αλλάζει ή να αποκρύπτει τις σκέψεις του χωρίς εξωτερική παρέμβαση.

Η συζήτηση αναμένεται να επικεντρωθεί και στο κατά πόσο το υφιστάμενο θεσμικό και νομικό πλαίσιο παρέχει επαρκή προστασία ή αν απαιτούνται πρόσθετες εγγυήσεις για τη διαφύλαξη της νοητικής ιδιωτικότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελευθερίας της σκέψης.