Μια ιδιαίτερα προσωπική εξομολόγηση για τη δολοφονία της μητέρας της, τα παιδικά της χρόνια, την πορεία της στη Νομική και την απόφασή της να ασχοληθεί με την πολιτική έκανε η βουλευτής της Άμεσης Δημοκρατίας, Νταϊάνα Κωνσταντινίδη, σε συζήτησή της με τον Φειδία Παναγιώτου.

Η Νταϊάνα Κωνσταντινίδη αναφέρθηκε στην υπόθεση της μητέρας της, η οποία δολοφονήθηκε το 1993, όταν η ίδια ήταν μόλις πέντε ετών. Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια υπόθεση που ξεκίνησε μετά τη δολοφονία μιας Ρωσίδας και στη συνέχεια συνδέθηκε με τη δολοφονία της μητέρας της.

«Ήμουν πέντε χρονών. Τη θυμάμαι σαν όνειρο», ανέφερε, περιγράφοντας την απώλεια της μητέρας της και τις συνέπειες που είχε στη μετέπειτα ζωή της. Όπως είπε, μετά τη δολοφονία στερήθηκε την παιδική της ηλικία, την ηρεμία και την αίσθηση ασφάλειας.

Η ίδια περιέγραψε τη δυσκολία που αντιμετώπισε ως παιδί να αποδεχθεί ότι ένας άνθρωπος μπορούσε να αφαιρέσει τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Όπως εξήγησε, η τραυματική εμπειρία επηρέασε και την εμπιστοσύνη της προς τους ανθρώπους, σημειώνοντας πως ακόμη και σήμερα παραμένει ιδιαίτερα καχύποπτη, με εξαίρεση, όπως είπε, τον πατέρα και τον σύζυγό της.

Η υπόθεση της μητέρας της την ακολούθησε, όπως ανέφερε, ακόμη και κατά τη διάρκεια των σπουδών και της επαγγελματικής της πορείας. Η Κωνσταντινίδη εξήγησε ότι όταν ξεκίνησε την άσκησή της στη Νομική ζήτησε να εξαιρεθεί από τη διδασκαλία της συγκεκριμένης υπόθεσης, καθώς αποτελούσε μέρος της ύλης του ποινικού δικαίου. Τελικά, η εξαίρεση έγινε σεβαστή και η υπόθεση δεν διδάχθηκε στην τάξη της.

Όπως ανέφερε, η προσωπική της εμπειρία επηρέασε σε σημαντικό βαθμό και την επαγγελματική της πορεία. Αρχικά ήθελε να σπουδάσει ψυχολογία, καθώς θεωρούσε σημαντικό να μπορεί να κατανοεί τους ανθρώπους. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη Νομική, αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο του ποινικού δικαίου.

«Τώρα, ανατρέχοντας πίσω, ξέρω ότι επηρεάστηκα σε τεράστιο βαθμό από την ιστορία μου», είπε, αναφερόμενη στην επιλογή της να εξειδικευτεί στο ποινικό δίκαιο.

Η Κωνσταντινίδη μίλησε και για την πιο δύσκολη πτυχή της απώλειας: το κενό που, όπως είπε, παραμένει μέσα της μέχρι σήμερα.

«Έχω ένα κενό μέσα μου, στην καρδιά μου, που ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν θα κλείσει. Θα μείνει πάντα εκεί», ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως εξήγησε, για πολλά χρόνια πίστευε ότι μέσα από όσα θα πετύχαινε στη ζωή της θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να καλύψει αυτό το κενό. Η γέννηση του πρώτου της παιδιού, ωστόσο, ήταν η στιγμή κατά την οποία αντιλήφθηκε ακόμη πιο έντονα την απουσία της μητέρας της.

Η ίδια σημείωσε ότι σήμερα βρίσκεται σε ένα σημείο της ζωής της όπου αισθάνεται καλά, υπογραμμίζοντας πως η προσωπική ισορροπία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις συγκυρίες. «Το καλά δεν το φέρνουν οι συγκυρίες, δεν το φέρνουν τα γεγονότα. Το φέρνεις εσύ μέσα σου», ανέφερε.

Σε σχέση με τη συγχώρεση, η βουλευτής είπε πως προσπαθεί να διαχειριστεί όσα συνέβησαν, χωρίς να θεωρεί ότι έχει ολοκληρώσει αυτή τη διαδικασία. «Οριακά ναι, αλλά όχι ολοκληρωτικά», είπε όταν ρωτήθηκε αν έχει συγχωρήσει τους ανθρώπους που ευθύνονται για τον θάνατο της μητέρας της, εξηγώντας ότι εξακολουθεί να κουβαλά την «παράπλευρη απώλεια» της υπόθεσης.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον πατέρα της, ο οποίος, όπως περιέγραψε, αποτέλεσε σημαντικό στήριγμα για εκείνη και τον αδελφό της μετά την εξαφάνιση της μητέρας τους. Η ίδια θυμήθηκε δύο φράσεις που της έλεγε από μικρή και οι οποίες, όπως είπε, τη σημάδεψαν: όταν οι άλλοι μιλούν για σένα και ασχολούνται μαζί σου, «να ξέρεις ότι αξίζεις», καθώς και την προτροπή «τι είμαστε; Είμαστε λιοντάρια».

Η βουλευτής αναφέρθηκε ακόμη στην προσωπική της ζωή και στον σύζυγό της, ο οποίος είναι Πορτογάλος με ινδικές καταβολές. Όπως είπε, η διαφορετική πολιτισμική προέλευση αποτέλεσε αρχικά σημείο δυσκολίας για την οικογένειά του, ωστόσο σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει. Η ίδια τόνισε ότι θαυμάζει στον σύζυγό της το γεγονός ότι δεν κρίνει τους ανθρώπους με βάση τη θρησκεία ή την καταγωγή τους, αλλά με βάση την προσωπικότητα, τις ιδέες και το όραμά τους.

Στη συζήτηση έγινε, επίσης, αναφορά στην επιστροφή της στην Κύπρο και στην απόφασή της να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική. Η ίδια αποκάλυψε ότι μαζί με τον σύζυγό της είχαν δημιουργήσει ένα «vision board», στο οποίο είχαν καταγράψει τους προσωπικούς και κοινούς τους στόχους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και η επιστροφή στην Κύπρο για να διεκδικήσει μια θέση στη Βουλή. Όπως είπε, τελικά η απόφαση αυτή υλοποιήθηκε και επέστρεψαν στην Κύπρο.

Η Κωνσταντινίδη εξήγησε ότι πριν ενταχθεί στην Άμεση Δημοκρατία είχε εξετάσει και άλλες επιλογές, ενώ αρχικά είχε δηλώσει ότι θα κατέλθει ως ανεξάρτητη. Η τελική απόφαση, όπως είπε, δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας επιλογής, αλλά μιας μακράς διαδικασίας σκέψης και «υπερανάλυσης». Τελικά, αποφάσισε να ενταχθεί στην Άμεση Δημοκρατία και στη συνέχεια εξελέγη αντιπρόεδρος του κόμματος.

Αναφερόμενη στις παλαιότερες αναρτήσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες βρέθηκαν στο επίκεντρο κριτικής κατά την προεκλογική περίοδο, η βουλευτής ανέλαβε την ευθύνη για διατυπώσεις που, όπως είπε, ήταν λανθασμένες. Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε ανάρτηση του 2018 σχετικά με δικοινοτική πρωτοβουλία και σημείωσε ότι είχε χρησιμοποιήσει λανθασμένη διατύπωση αναφερόμενη στο τουρκοκυπριακό καθεστώς. Όπως είπε, αργότερα αντιλήφθηκε το λάθος και προχώρησε δημόσια σε διόρθωση και απολογία, χωρίς ωστόσο να αποσύρει τη θέση της υπέρ του διακοινοτικού διαλόγου.

Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε και σε παλαιότερη ανάρτηση για τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Εξήγησε ότι η αναφορά της αφορούσε συγκεκριμένα το μεταρρυθμιστικό έργο και τις αλλαγές που έγιναν επί των δικαιωμάτων των γυναικών και όχι συνολική αποδοχή ή εξύμνηση της πολιτικής και της δράσης του. «Αυτό σημαίνει όμως ότι συμφωνώ με όλα όσα είσαι εσύ;» διερωτήθηκε, υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να αναγνωρίζει μια συγκεκριμένη θετική πτυχή ενός προσώπου χωρίς να υιοθετεί το σύνολο των θέσεών του.

Η ίδια απέρριψε, παράλληλα, την αντίληψη ότι τέτοιες αναρτήσεις αντικατοπτρίζουν τις σημερινές της πολιτικές θέσεις. «Καμία σχέση», είπε, υπογραμμίζοντας ότι κατά τα χρόνια που βρισκόταν στην Αγγλία συνέχισε να εργάζεται για ζητήματα που αφορούσαν την Κύπρο, ενώ σήμερα, ως μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών, θεωρεί ότι έχει τη δυνατότητα να συμβάλει πιο ουσιαστικά.

Αναφερόμενη, τέλος, στην πολιτική της παρουσία και στους στόχους της, η Νταϊάνα Κωνσταντινίδη ανέφερε ότι έχει πολλούς στόχους για τα επόμενα χρόνια, ορισμένους από τους οποίους δεν θέλησε ακόμη να αποκαλύψει. Εστίασε, ωστόσο, στη φιλοσοφία της Άμεσης Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι η διαφορετικότητα των ανθρώπων που συμμετέχουν στο εγχείρημα μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες λύσεις.

«Αυτό που μας ενώνει είναι το καλό του τόπου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Άμεση Δημοκρατία θα μπορούσε να αποτελέσει «αντίδοτο» στην απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, τους διεθνείς οργανισμούς, τη δημοκρατία και την ειρήνη. Όπως είπε, στόχος είναι η συγκεκριμένη πολιτική προσέγγιση να επεκταθεί και σε άλλες χώρες.

Κλείνοντας τη συζήτηση, η βουλευτής είπε ότι αρχικά ένιωσε ένα «κούμπωμα» στην απόφασή της να μοιραστεί δημόσια τόσο προσωπικές στιγμές, ωστόσο στη συνέχεια αισθάνθηκε καλά, θεωρώντας ότι η εμπειρία μπορεί να αξιοποιηθεί με τρόπο που να ωφελήσει τον κόσμο.

Στην τελευταία προσωπική ερώτηση του Φειδία Παναγιώτου, για το τι θα ήθελε να έχει στα τελευταία της 30 δευτερόλεπτα, η Κωνσταντινίδη έδωσε μια ιδιαίτερα συναισθηματική απάντηση: «Να είμαι στην αγκαλιά του άντρα μου, να τον βλέπω στα μάτια, να του πω ότι τον αγαπώ».

Διαβάστε επίσης: Συγκινεί ο Φουρλάς για την κόρη του: Πάντα θα σε πεθυμώ κάθε μέρα κάθε στιγμή