Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται εκ νέου ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου (ΟΝΕΚ), μετά τις καταγγελίες πρώην μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, Σώτου Βασιλείου, ο οποίος αποφάσισε να τοποθετηθεί δημόσια, έξι μήνες μετά την παραίτησή του από το Συμβούλιο.

Ο κ. Βασιλείου, απαντώντας στις πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις της κ. Κωνσταντίνα Αχιλλέως για την κατάσταση στον Οργανισμό, υποστηρίζει ότι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ΟΝΕΚ δεν οφείλονταν στα τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που παραιτήθηκαν και εκφράζει την απορία του για το γεγονός ότι σήμερα δημιουργείται, όπως αναφέρει, η εντύπωση πως με τον διορισμό τριών νέων μελών θα επιλυθούν τα προβλήματα.

Όπως αναφέρει σε ανάρτησή του, επέλεξε για έξι μήνες να μην τοποθετηθεί δημόσια, καθώς δεν ήθελε να μετατραπεί ο Οργανισμός σε πεδίο δημόσιας αντιπαράθεσης. Ωστόσο, σημειώνει ότι οι πρόσφατες δηλώσεις της κ. Αχιλλέως τον οδήγησαν στην απόφαση να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν και, κυρίως, για τους λόγους που τον οδήγησαν στην παραίτηση.

Ο πρώην διοικητικός σύμβουλος διατυπώνει σοβαρές επικρίσεις για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, ασκήθηκε η προεδρία του Οργανισμού. Υποστηρίζει ότι από τους πρώτους μήνες της θητείας της η κ. Αχιλλέως δεν είχε, όπως ο ίδιος εκτιμά, κατανοήσει τον θεσμικό της ρόλο, υποστηρίζοντας ότι παρενέβαινε σε αρμοδιότητες που δεν της αναλογούσαν.

Παράλληλα, κάνει λόγο για επανειλημμένες συγκρούσεις με μέλη του προσωπικού του ΟΝΕΚ, αλλά και με σημαντικό μέρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν τη θέση του πρώην μέλους και χρήζουν, όπως και οι υπόλοιπες καταγγελίες, τεκμηρίωσης και διερεύνησης από τους αρμόδιους φορείς.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο κ. Βασιλείου σε αποφάσεις που, όπως υποστηρίζει, αφορούσαν τη χρηματοδότηση συγκεκριμένης κομματικής νεολαίας από κονδύλια του Οργανισμού. Σύμφωνα με την εκδοχή που καταθέτει, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες τροποποιούνταν προτάσεις της υπηρεσίας, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη κομματική νεολαία να λαμβάνει μεγαλύτερες χορηγίες.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι έθεσε επανειλημμένα το ζήτημα ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου, εκφράζοντας την άποψη ότι υπήρχε θέμα σύγκρουσης συμφερόντων. Όπως αναφέρει, το συγκεκριμένο ζήτημα παρέμενε προς συζήτηση και αναβαλλόταν από συνεδρία σε συνεδρία, χωρίς να αντιμετωπίζεται επί της ουσίας.

Στην ίδια ανάρτηση γίνεται λόγος και για τη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο κ. Βασιλείου υποστηρίζει ότι συνεδριάσεις αναβάλλονταν κατ’ επανάληψη, ενώ καταγγέλλει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις συγκαλούνταν συνεδριάσεις σε ημέρες και ώρες κατά τις οποίες ήταν γνωστό ότι μέλη του Συμβουλίου βρίσκονταν στο εξωτερικό ή αδυνατούσαν να παραστούν.

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονταν συλλογικά από το Διοικητικό Συμβούλιο δεν υλοποιούνταν όταν υπήρχε διαφωνία από την πρόεδρο του Οργανισμού.

Κατά τον ίδιο, η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη η αποτελεσματική συνεργασία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, με συνέπεια, όπως αναφέρει, να μην μπορεί να παραχθεί το έργο που είχε ανατεθεί στον Οργανισμό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Σοβαρό είναι και το ζήτημα που θέτει σχετικά με τα ακαδημαϊκά προσόντα της κ. Αχιλλέως. Ο κ. Βασιλείου αναφέρει ότι είχαν τεθεί ενώπιον του Οργανισμού καταγγελίες και ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους η πρόεδρος δεν κατέχει ακαδημαϊκό τίτλο που, όπως υποστηρίζεται, δήλωνε στο βιογραφικό της. Ο ίδιος χαρακτηρίζει το ζήτημα σοβαρό και ζητά ουσιαστικά να εξεταστεί στη βάση πραγματικών και επαληθεύσιμων στοιχείων.

Καταλήγοντας, ο πρώην διοικητικός σύμβουλος υπερασπίζεται την απόφασή του να παραιτηθεί, τονίζοντας ότι δεν επρόκειτο για κίνηση εντυπωσιασμού ούτε για απόφαση που λήφθηκε ελαφρά τη καρδία. Όπως αναφέρει, επέλεξε την παραίτηση ως πράξη ευθύνης, με στόχο να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την εξεύρεση λύσης και την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του Οργανισμού.

Στο μεταξύ, οι καταγγελίες προκάλεσαν και πολιτικές αντιδράσεις. Το μέλος του ΔΗΣΥ Δήμος Γεωργιάδης χαρακτηρίζει ιδιαίτερα σοβαρές τις καταγγελίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και καλεί την Κυβέρνηση και τους αρμόδιους φορείς να προχωρήσουν σε άμεση και πλήρη διερεύνησή τους.

Σε δική του ανάρτηση, ο κ. Γεωργιάδης αναφέρεται σε ισχυρισμούς για ευνοϊκή χρηματοδότηση συγκεκριμένης κομματικής παράταξης, σύγκρουση συμφερόντων, μη εφαρμογή αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και ζητήματα που αφορούν δηλωθέντα ακαδημαϊκά προσόντα.

Ζητά, παράλληλα, την άμεση παρέμβαση της Κυβέρνησης και των αρμόδιων φορέων, προκειμένου, όπως αναφέρει, να διερευνηθούν όσα καταγγέλλονται και να τερματιστεί η κατάσταση που, κατά την εκτίμησή του, επικρατεί στον ΟΝΕΚ.

Οι καταγγελίες του πρώην μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου και η πολιτική παρέμβαση που ακολούθησε επαναφέρουν, πλέον, στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη λειτουργία του Οργανισμού, τον τρόπο λήψης και υλοποίησης των αποφάσεών του, αλλά και ζητήματα διαφάνειας και ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων. Μέχρι στιγμής, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί παρουσιάζονται ως καταγγελίες και θέσεις των προσώπων που τις διατυπώνουν και η ουσιαστική τους αξιολόγηση προϋποθέτει επίσημη διερεύνηση και τεκμηρίωση από τις αρμόδιες αρχές.