Η έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Μετανάστευση και το Άσυλο σηματοδοτεί τη μετάβαση από τις πολιτικές διαπραγματεύσεις στην πρακτική υλοποίηση μιας κοινής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, δήλωσαν την Παρασκευή στη Λευκωσία ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας Νικόλας Ιωαννίδης και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρούνερ, μετά την ολοκλήρωση της Άτυπης Υπουργικής Συνόδου για το Σύμφωνο.
Στις δηλώσεις τους στο Συνεδριακό Κέντρο «Φιλοξενία»,, μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου, οι δύο αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την ημέρα «ορόσημο» για την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, υπογραμμίζοντας ότι για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κανόνων για τη διαχείριση της μετανάστευσης και του ασύλου, ενώ τόνισαν ότι η επιτυχία του νέου συστήματος θα κριθεί από τα αποτελέσματα της εφαρμογής του.
Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με τα «κέντρα επιστροφών» σε τρίτες χώρες, τις επικρίσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και την πολιτική εθελοντικών επιστροφών Σύρων από την Κύπρο.
Αρχικά, ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε ότι η σημερινή ημέρα αποτελεί ιδιαίτερη στιγμή για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο τίθεται επίσημα σε εφαρμογή, σηματοδοτώντας τη μετάβαση «από μια μεγάλη πολιτική συμφωνία στην πρακτική εργασία της υλοποίησης».
Όπως είπε, το Σύμφωνο συνιστά «ευρωπαϊκό ορόσημο», το οποίο οικοδομήθηκε μέσα από χρόνια δύσκολων διαπραγματεύσεων, εντατικής προετοιμασίας και κοινής ευθύνης μεταξύ κρατών μελών και ευρωπαϊκών θεσμών.
«Σήμερα η Ευρώπη περνά από τη συμφωνία στη δράση», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το Σύμφωνο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο κοινής ευθύνης, πρακτικής αλληλεγγύης και συλλογικής αποφασιστικότητας στη διαχείριση της μετανάστευσης.
Σύμφωνα με τον Υφυπουργό, κατά την πρώτη συνεδρία εργασίας της Άτυπης Υπουργικής Συνόδου οι Υπουργοί εξέτασαν την πορεία από τη διαπραγμάτευση μέχρι την εφαρμογή των νέων κανόνων, συζητώντας την προετοιμασία των κρατών μελών σε επίπεδο νομοθεσίας, διοικητικών δομών, ψηφιακών συστημάτων, διαδικασιών ελέγχου στα σύνορα και εκπαίδευσης προσωπικού.
Από τη συζήτηση, είπε, προέκυψε ένα σαφές συμπέρασμα, ότι η υιοθέτηση του Συμφώνου ήταν ιστορική επιτυχία, αλλά η πραγματική του αξία θα κριθεί από τα αποτελέσματα επί του πεδίου.
«Η συνεπής εφαρμογή σε ολόκληρη την Ένωση, η αμοιβαία εμπιστοσύνη, η ανταλλαγή εμπειριών και η στενή συνεργασία θα είναι καθοριστικής σημασίας τους επόμενους μήνες και τα επόμενα χρόνια», σημείωσε.
Ο κ. Ιωαννίδης αναφέρθηκε επίσης στη συμβολή ευρωπαϊκών οργανισμών και διεθνών οργανώσεων, που στήριξαν τα κράτη μέλη κατά την περίοδο προετοιμασίας για την εφαρμογή του Συμφώνου.
Όπως είπε, μέσω τεχνικής καθοδήγησης, επιχειρησιακής υποστήριξης, εκπαίδευσης, νομικής εμπειρογνωμοσύνης, ανάπτυξης δυνατοτήτων και συνεργασίας με τρίτες χώρες, συνέβαλαν στη μετατροπή ενός σύνθετου νομοθετικού πλαισίου σε ένα λειτουργικό σύστημα έτοιμο να τεθεί σε εφαρμογή.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η απογευματινή συνεδρία της Συνόδου ήταν αφιερωμένη στη μελλοντική πορεία της ευρωπαϊκής πολιτικής ασύλου και μετανάστευσης, με έμφαση σε ζητήματα όπως οι επιστροφές, οι παράτυπες και δευτερογενείς μετακινήσεις, η διαχείριση των εξωτερικών συνόρων, η συνεργασία με χώρες προέλευσης και διέλευσης μεταναστών, η καταπολέμηση των κυκλωμάτων διακίνησης και η ανάπτυξη νόμιμων οδών μετανάστευσης.
Αναφερόμενος στο έργο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι η μετανάστευση αποτέλεσε μία από τις κεντρικές της προτεραιότητες.
Όπως είπε, τους τελευταίους μήνες υπήρξε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την προώθηση νομοθετικών φακέλων που θεωρούνται κρίσιμοι για την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού μεταναστευτικού πλαισίου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συμφωνία που επιτεύχθηκε για τον Κανονισμό Επιστροφών, χαρακτηρίζοντάς την σημαντικό επίτευγμα της Προεδρίας.
«Οι αποτελεσματικές επιστροφές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ενός λειτουργικού συστήματος μετανάστευσης και ασύλου», είπε, προσθέτοντας ότι ενισχύουν την αξιοπιστία των κοινών ευρωπαϊκών κανόνων, διατηρώντας ταυτόχρονα τον σεβασμό στη νομιμότητα και στα θεμελιώδη δικαιώματα.
Ο Υφυπουργός υπογράμμισε ακόμη ότι η Κυπριακή Προεδρία επιδίωξε να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στην ευθύνη και την αλληλεγγύη, την προστασία όσων έχουν πραγματική ανάγκη διεθνούς προστασίας, την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών και τη στήριξη των κρατών μελών που βρίσκονται υπό ιδιαίτερη μεταναστευτική πίεση.
Από την πλευρά του, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Μάγκνους Μπρούνερ εξήρε το έργο της Κυπριακής Προεδρίας και ειδικότερα τη συμφωνία που επιτεύχθηκε για τον Κανονισμό Επιστροφών, χαρακτηρίζοντάς την «αξιοσημείωτο επίτευγμα».
Ο κ. Μπρούνερ περιέγραψε το Σύμφωνο ως τον κεντρικό πυλώνα της μεγαλύτερης μεταρρύθμισης που έχει πραγματοποιήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα της μετανάστευσης.
«Για πρώτη φορά διαθέτουμε μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή προσέγγιση για τη μετανάστευση και το άσυλο», ανέφερε.
Όπως είπε, πριν από δέκα χρόνια η ΕΕ ανέλαβε σημαντικές ευθύνες κατά τη μεταναστευτική κρίση, χωρίς όμως να διαθέτει ενιαίο σύστημα και σαφείς κανόνες.
«Δεν είχαμε κανόνες, δεν είχαμε σύστημα και στο τέλος της ημέρας δεν είχαμε τον έλεγχο των εξελίξεων», δήλωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το νέο Σύμφωνο παρέχει για πρώτη φορά το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο που έλειπε κατά τα προηγούμενα χρόνια.
Ο Επίτροπος υποστήριξε ότι ήδη καταγράφονται θετικά αποτελέσματα στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, αποδίδοντάς τα τόσο στις μεταρρυθμίσεις όσο και στη βελτίωση της σταθερότητας σε ορισμένες περιοχές του κόσμου και στην ενίσχυση της εξωτερικής διάστασης της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, οι παράτυπες αφίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν μειωθεί κατά 55% τα τελευταία δύο χρόνια.
Επιπλέον, στη διαδρομή των Δυτικών Βαλκανίων η μείωση ανέρχεται στο 90% κατά την τελευταία τριετία, ενώ κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026 οι αφίξεις από την Τουρκία προς τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου μειώθηκαν κατά 67%.
«Πολλά πράγματα βρίσκονται σε εξέλιξη και κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση», ανέφερε.
Ο κ. Μπρούνερ εξήρε επίσης τον ρόλο των ευρωπαϊκών οργανισμών, όπως η EU-LISA, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασύλου και η Frontex, οι οποίοι συνέβαλαν στην ανάπτυξη των πληροφοριακών συστημάτων, στην εκπαίδευση προσωπικού και στην προετοιμασία των νέων διαδικασιών ελέγχου, ασύλου και επιστροφών.
Ο Επίτροπος υπογράμμισε ότι η επόμενη φάση της ευρωπαϊκής πολιτικής θα πρέπει να δώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη μεταναστευτική διπλωματία και στις συνεργασίες με τρίτες χώρες.
Αναφέρθηκε στις υφιστάμενες εταιρικές σχέσεις της ΕΕ με χώρες όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Ιορδανία και η Μαυριτανία, ενώ σημείωσε ότι εξετάζεται περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας με το Μαρόκο και άλλες χώρες.
Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση της λεγόμενης «Ανατολικής Διαδρομής», μέσω της οποίας μετανάστες από το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν μετακινούνται μέσω χωρών του Κόλπου προς την Αίγυπτο, τη Λιβύη και στη συνέχεια προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όπως είπε, στόχος είναι η περαιτέρω μείωση των παράτυπων αφίξεων μέσω ενισχυμένης συνεργασίας με τις εμπλεκόμενες χώρες.
Στο πλαίσιο των ερωτήσεων των δημοσιογράφων, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα λεγόμενα «κέντρα επιστροφών», που προβλέπονται από το νέο πλαίσιο.
Ο κ. Μπρούνερ διευκρίνισε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημιουργήσει τη νομική βάση για την εφαρμογή τους, αλλά η σύναψη σχετικών συμφωνιών με τρίτες χώρες αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών και όχι της Επιτροπής.
Τόνισε ότι η συμμετοχή των κρατών μελών είναι προαιρετική και ότι προβλέπονται συγκεκριμένες εγγυήσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Όπως εξήγησε, οι συμφωνίες που θα συνάπτονται με τρίτες χώρες θα κοινοποιούνται στην Επιτροπή, η οποία θα παρακολουθεί κατά πόσο τηρούνται οι προβλεπόμενες δικλείδες ασφαλείας.
Σημείωσε ακόμη ότι στην παρακολούθηση θα συμμετέχουν και διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Ο κ. Ιωαννίδης διευκρίνισε από την πλευρά του ότι τα κέντρα αυτά δεν αφορούν αιτητές ασύλου των οποίων οι αιτήσεις εκκρεμούν, αλλά πρόσωπα που δεν διαθέτουν δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ και δεν συνεργάζονται με τις αρχές για την επιστροφή τους.
Κληθέντες να σχολιάσουν τις επικρίσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι δύο αξιωματούχοι υπερασπίστηκαν τη νέα μεταρρύθμιση.
Ο κ. Ιωαννίδης εκτίμησε ότι οι οργανώσεις διαφωνούν με τη συνολική φιλοσοφία του εγχειρήματος και όχι με συγκεκριμένες διαδικαστικές εγγυήσεις.
Όπως είπε, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να αποφύγει την επανάληψη των συνθηκών που επικράτησαν το 2015 και να διαθέτει πλέον ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό πλαίσιο για τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων.
Από την πλευρά του, ο κ. Μπρούνερ υποστήριξε ότι το Σύμφωνο ενισχύει, αντί να αποδυναμώνει, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Όπως ανέφερε, η ύπαρξη σαφέστερων κανόνων επιτρέπει την καλύτερη προστασία όσων έχουν ανάγκη διεθνούς προστασίας, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης και των δικτύων διακίνησης ανθρώπων.
Απαντώντας σε ερώτηση για το κυπριακό πρόγραμμα εθελοντικών επιστροφών Σύρων, ο κ. Ιωαννίδης δήλωσε ότι από τον Δεκέμβριο του 2024 περίπου 5.000 Σύροι επέστρεψαν οικειοθελώς στη χώρα τους από την Κύπρο.
Όπως ανέφερε, το πρόγραμμα περιλαμβάνει οικονομικά κίνητρα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποσκοπεί στη διευκόλυνση της επιστροφής όσων επιλέγουν να επαναπατριστούν.
Πρόσθεσε ότι περισσότερες από 1.500 αιτήσεις ασύλου Σύρων έχουν απορριφθεί στην Κύπρο λόγω της μεταβολής των συνθηκών στη Συρία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ανακληθεί και το καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Ο Υφυπουργός υπογράμμισε ότι η συμμετοχή στο πρόγραμμα είναι απολύτως εθελοντική και ότι δεν έχει εξαναγκαστεί κανένα άτομο να επιστρέψει.
Αναφερόμενος στην κατάσταση στη Συρία, είπε ότι οι συνθήκες είναι σήμερα σημαντικά βελτιωμένες σε σχέση με το τέλος του 2024 και ότι περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο Σύροι έχουν ήδη επιστρέψει στη χώρα τους από διάφορα κράτη.
Στο ίδιο θέμα, ο κ. Μπρούνερ σημείωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο μεγαλύτερος υποστηρικτής των προσπαθειών ανοικοδόμησης και σταθεροποίησης της Συρίας, ενώ παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι αιτήσεις ασύλου Σύρων στην ΕΕ έχουν μειωθεί κατά 76%.
«Η σταθερότητα στη Συρία είναι διαφορετική σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να στηρίζει τις προσπάθειες ανασυγκρότησης της χώρας», κατέληξε.
Πηγή: ΚΥΠΕ
Διαβάστε επίσης: Απαντά ο ΔΗΣΥ στο ΑΚΕΛ: Η μοναδική παραφωνία στη Βουλή- «Θέλει να επιβάλλεται»




