Η συμπρόεδρος του Βολτ και υποψήφια βουλεύτρια στη Λευκωσία, Ανδρομάχη Σοφοκλέους, μιλώντας στην εκπομπή Πρωτοσέλιδο, τοποθετήθηκε εκτενώς για την υπόθεση Μακάριου Δρουσιώτη, τονίζοντας ότι η θέση του κόμματος ήταν από την πρώτη στιγμή ξεκάθαρη: «Ανεξάρτητη, πλήρης και άμεση διερεύνηση όλων όσων έχουν ακουστεί».
Η κ. Σοφοκλέους υπερασπίστηκε την ανάγκη να διερευνηθούν οι καταγγελίες, σημειώνοντας πως «κι εμείς έχουμε πολλές απορίες για το τι συμβαίνει» και πως υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν από ανεξάρτητους θεσμούς.
Αναφερόμενη στον ίδιο τον Μακάριο Δρουσιώτη, υπογράμμισε ότι «δεν θεωρεί ότι όλο το δικαστικό σώμα είναι διεφθαρμένο», αλλά ότι, σύμφωνα με τη θέση του, «ο μόνος τρόπος να προασπιστούμε το δικαστικό σώμα είναι να βρούμε αυτά τα στοιχεία».
Η υποψήφια του Βολτ άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται οι Αρχές την υπόθεση, κάνοντας λόγο για «ασύστολη διαδικασία διαρροών» προς συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης. Όπως είπε, «πάει ο άλλος να καταθέσει, μαθαίνουμε το πρωτοσέλιδο» και διερωτήθηκε: «Αυτό είναι σοβαρό;».
Παράλληλα, η κ. Σοφοκλέους στάθηκε και στο πόρισμα για το βιβλίο Κράτος Μαφία, λέγοντας ότι πρόκειται για «τρεις χιλιάδες σελίδες καταγραφή» έπειτα από πολυετή έρευνα, το οποίο, όπως σημείωσε, «για κάποιο λόγο ξεχάστηκε από τη συζήτηση».
Ερωτηθείσα τι θα πράξει το Βολτ αν προκύψει πόρισμα που να απορρίπτει τις καταγγελίες Δρουσιώτη, απάντησε ότι το κόμμα θα τοποθετηθεί με ειλικρίνεια. «Είμαστε μια πολιτική ομάδα η οποία κοιτάζει τον κόσμο στα μάτια με καθαρότητα. Δεν έχουμε τίποτε να κρύψουμε», ανέφερε. «Νομίζω ότι το να θέλουμε να συγκρουστούμε με αυτά τα οποία πάνε λάθος, θέλουμε να δούμε πώς φτάσαμε στη διαφθορά που έχει δρατζιάσει στην Κύπρο. Αρνούμαστε να βάζουμε τα προβλήματα κάτω που το χαλί».
Η κ. Σοφοκλέους πρόσθεσε ότι το Βολτ δεν είχε γνώση της έρευνας του υποψηφίου του, αλλά τόνισε πως το κόμμα μπορεί να εμπιστευτεί ότι «ο υποψήφιός μας δεν είχε δόλο στον τρόπο που έδρασε».
Κλείνοντας το συγκεκριμένο θέμα, υπογράμμισε ότι ακόμη και αν κάποια στοιχεία αποδειχθούν ψευδή, παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα: «Το πώς, το κίνητρο, οι πληροφορίες, τα τηλέφωνα».
Διαβάστε επίσης: Από τα Crocs στα «snoafers»: Γιατί τα πιο άσχημα παπούτσια έγιναν μόδα




