Στην τηλεοπτική εκπομπή «Χωρίς Περιστροφές» του ΣΙΓΜΑ, ο επικεφαλής του Κινήματος Άλμα, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, επιχείρησε να δώσει απαντήσεις σε ζητήματα που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση, υπερασπιζόμενος τόσο την πολιτική του διαδρομή όσο και τις επιλογές του κατά τη θητεία του ως Γενικός Ελεγκτής.
Από την αρχή της παρουσίας του, ο κ. Μιχαηλίδης θέλησε να αποσαφηνίσει τη συζήτηση που προηγήθηκε της εμφάνισής του σχετικά με τα ερωτήματα που ο ίδιος είχε δημοσιοποιήσει. Όπως εξήγησε, η πρακτική του να προαναγγέλλει θεματολογία πριν από μια συνέντευξη εντάσσεται στη λογική της διαφάνειας προς τους πολίτες, ώστε να γνωρίζουν εκ των προτέρων τα ζητήματα που θα τεθούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, διευκρίνισε ότι δεν υπήρξε καμία συνεννόηση με τον δημοσιογράφο, ούτε καν σε διαδικαστικό επίπεδο, απορρίπτοντας υπαινιγμούς περί προσυνεννόησης.
Το κίνητρο, όπως τόνισε, ήταν να καταστεί σαφές ότι είναι έτοιμος να απαντήσει σε κάθε θέμα που βρίσκεται στη δημόσια σφαίρα. «Δεν υπάρχει ερώτημα που ένας πολιτικός δεν πρέπει να θέλει να του τεθεί», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι είναι προτιμότερο να δίνονται απαντήσεις σε δημόσιες κατηγορίες παρά να αφήνονται να αιωρούνται.
Αναφερόμενος στην απόφασή του να ιδρύσει το Κίνημα Άλμα μετά την απομάκρυνσή του από τη θέση του Γενικού Ελεγκτή, ο κ. Μιχαηλίδης περιέγραψε μια μακροχρόνια προσωπική σχέση με την πολιτική, ήδη από τα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Γενικός Ελεγκτής είχε συνειδητά αποστασιοποιηθεί πλήρως από οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα, λόγω της θεσμικής υποχρέωσης ουδετερότητας.
Μάλιστα, αποκάλυψε ότι είχε δεχθεί προσεγγίσεις για εμπλοκή στην πολιτική ήδη από το 2022, τις οποίες απέρριψε, καθώς θεωρούσε ότι μια άμεση μετάβαση θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αξιοποιούσε τη θέση του για μελλοντική πολιτική καριέρα. Όπως είπε, αρχικός του σχεδιασμός ήταν να αποσυρθεί και να ασχοληθεί αργότερα με ακαδημαϊκά ζητήματα.
Απαντώντας σε δημοσιεύματα που τον εμφανίζουν να «χτίζει» πολιτικό προφίλ ενόσω ήταν Γενικός Ελεγκτής, ο κ. Μιχαηλίδης απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ως ατεκμηρίωτο. Ανέφερε ότι η στάση και η συμπεριφορά του ήταν διαχρονικά συνεπείς ήδη από την περίοδο 1998–2014, όταν υπηρετούσε στο Υπουργείο Συγκοινωνιών, εμπλεκόμενος –όπως είπε– στη διαχείριση σημαντικών υποθέσεων και σκανδάλων. «Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι από τα 30 μου σχεδίαζα πολιτική καριέρα 30 χρόνια μετά», σημείωσε.
Στο ερώτημα κατά πόσο μεταφέρει σήμερα στην πολιτική σκηνή την εμπειρία και τα ευρήματα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ο ίδιος απάντησε ότι αυτό είναι αναπόφευκτο. «Δεν μπορώ να κάνω reset στον εγκέφαλό μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η γνώση και η εμπειρία που απέκτησε αποτελούν μέρος της πολιτικής του τοποθέτησης. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το κόμμα του δεν περιορίζεται σε καταγγελίες, αλλά έχει επεξεργαστεί ολοκληρωμένες θέσεις πολιτικής μέσα από τη δουλειά δεκάδων συνεργατών σε θεματικές ενότητες.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι ένα μέρος της κοινωνίας τον αντιλαμβάνεται κυρίως ως καταγγελτικό παράγοντα, αποδίδοντας αυτή την εικόνα εν μέρει σε επικοινωνιακή αδυναμία του κινήματος να προβάλει τις προγραμματικές του θέσεις.
Ιδιαίτερη ένταση σημειώθηκε στη συζήτηση για τις κατηγορίες περί στοχοποίησης προσώπων και θεσμών κατά τη θητεία του. Ο κ. Μιχαηλίδης απάντησε ότι οι ενέργειές του βασίζονταν σε στοιχεία και ότι η δημοσιοποίηση ευρημάτων αποτελεί θεσμική υποχρέωση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Υποστήριξε ότι η ουσία βρίσκεται στην ορθότητα των διαπιστώσεων και όχι στο αν τελικά στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα.
Σε σχέση με την απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου που οδήγησε στην απομάκρυνσή του, ο ίδιος υποστήριξε ότι πρόκειται για απόφαση πειθαρχικού οργάνου, την οποία μεν σεβάστηκε, αλλά διαφωνεί ουσιαστικά με το περιεχόμενό της. Όπως αποκάλυψε, έχει προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επικαλούμενος παραβίαση των δικαιωμάτων του και έλλειψη αμεροληψίας. Τόνισε ότι οι δικαστικές αποφάσεις είναι μεν σεβαστές, αλλά υπόκεινται σε κρίση και έλεγχο.
Αναφορικά με συγκεκριμένες υποθέσεις, όπως εκείνη του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, επέμεινε ότι το ζήτημα που είχε θέσει αφορούσε σύγκρουση συμφερόντων και όχι ποινική ενοχή, επιμένοντας ότι οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τέτοιες περιπτώσεις.
Απέρριψε επίσης κατηγορίες περί επιλεκτικών διαρροών ή δημοσιοποίησης ευαίσθητων πληροφοριών. Όπως υποστήριξε, μετά το 2017 άλλαξε η πρακτική έκδοσης εκθέσεων ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι διαρροών, ενώ τόνισε ότι ουδέποτε δημοσιοποιήθηκαν απόρρητα στοιχεία που να αφορούν την ασφάλεια του κράτους. Χαρακτήρισε υπερβολικές τις σχετικές επικρίσεις, δίνοντας παραδείγματα που –όπως είπε– καταδεικνύουν ότι δεν υπήρξε αποκάλυψη ουσιαστικών μυστικών.
Απαντώντας στην κριτική ότι είχε υπερβολικά έντονη παρουσία στα μέσα ενημέρωσης σε σύγκριση με αντίστοιχους αξιωματούχους άλλων χωρών, σημείωσε ότι από το 2019 και μετά οι προσωπικές του εμφανίσεις περιορίστηκαν, ενώ επεσήμανε και τις οργανωτικές διαφορές της κυπριακής υπηρεσίας σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές, όπου υπάρχουν πολυπληθείς ομάδες επικοινωνίας.
Απαντώντας σε αναφορές περί «παράλυσης» της δημόσιας υπηρεσίας λόγω της δράσης του ως Γενικού Ελεγκτή, ο ίδιος απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό, χαρακτηρίζοντάς τον αρχικά ως «ανέκδοτο» και πλέον ως «τραγικό». Υποστήριξε ότι η χαμηλή παραγωγικότητα της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να αποδοθεί στον φόβο ελέγχου, θέτοντας το ερώτημα εάν σήμερα –δύο χρόνια μετά την αποχώρησή του– η κατάσταση έχει βελτιωθεί. «Είναι τραγικό για τη χώρα να λέγεται ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν εργάζονταν επειδή φοβούνταν τον Γενικό Ελεγκτή», ανέφερε.
Στο ενδεχόμενο ανάληψης της Προεδρίας της Δημοκρατίας, ο κ. Μιχαηλίδης υποστήριξε ότι διαθέτει συγκεκριμένο σχέδιο για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας, βασισμένο σε διεθνώς αναγνωρισμένα εργαλεία διοίκησης. Επικαλέστηκε, μάλιστα, τη δική του εμπειρία στην Ελεγκτική Υπηρεσία, όπου –όπως είπε– πέτυχε ουσιαστική αναβάθμιση, αποσπώντας θετικά σχόλια από το εξωτερικό.
Η συζήτηση μετατοπίστηκε στη σχέση του με άλλους θεσμούς και ειδικότερα στην περίφημη επιστολή του τότε Γενικού Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, το 2014, η οποία του ασκούσε αυστηρή κριτική. Ο κ. Μιχαηλίδης αναγνώρισε την ύπαρξη της επιστολής, αλλά υποστήριξε ότι αποτέλεσε αφετηρία για την ανάπτυξη μιας εξαιρετικής και παραγωγικής συνεργασίας μεταξύ των δύο θεσμών. «Αποδείχθηκε ότι δύο θεσμοί μπορούν να λειτουργούν συντονισμένα με αμοιβαίο σεβασμό», σημείωσε, απορρίπτοντας την εικόνα διαρκούς σύγκρουσης.
Παράλληλα, ανέφερε ότι υπήρξαν περιπτώσεις όπου –κατά τον ίδιο– επιχειρήθηκε παρέμβαση στο έργο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ιδίως ως προς το ποια ζητήματα θα ελέγχονται και πότε θα δημοσιοποιούνται εκθέσεις, επιμένοντας ότι υπερασπίστηκε την ανεξαρτησία του θεσμού.
Σε ό,τι αφορά τις επικρίσεις για δηλώσεις του σχετικά με τη χρήση κρατικών πόρων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για οικογενειακούς σκοπούς, ο κ. Μιχαηλίδης διευκρίνισε ότι ουδέποτε αμφισβήτησε ζητήματα ασφάλειας, αλλά έθεσε θέμα ορθής χρήσης δημόσιων πόρων. Όπως είπε, η παρέμβασή του βασίστηκε σε επώνυμη καταγγελία και περιορίστηκε στο ερώτημα κατά πόσο η πρακτική αυτή συνάδει με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. «Αν κάτι θεωρείται θεμιτό, να ρυθμιστεί νομοθετικά», υπογράμμισε.
Αναφερόμενος σε κατηγορίες περί πολιτικής «συνδιαλλαγής» κατά τον διορισμό του, ο επικεφαλής του Άλμα εξήγησε ότι δεν είχε καμία εμπλοκή ή γνώση των διεργασιών που οδήγησαν στην επιλογή του. Περιέγραψε τη διαδικασία ως αποτέλεσμα εισηγήσεων τρίτων προς τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι η μετέπειτα δράση του –όπως η ανάδειξη υποθέσεων που αφορούσαν πρόσωπα με πολιτικές διασυνδέσεις– καταρρίπτει τέτοιους ισχυρισμούς.
Απέρριψε επίσης την κριτική για έλλειψη επαγγελματικών προσόντων, σημειώνοντας ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι επικεφαλής αντίστοιχων θεσμών δεν προέρχονται απαραίτητα από το λογιστικό επάγγελμα, ενώ υπενθύμισε ότι και προκάτοχοί του δεν είχαν τέτοια ιδιότητα.
Σε ερώτηση για το εάν «εργαλειοποιήθηκε» από πολιτικά κόμματα, ο κ. Μιχαηλίδης απάντησε ότι είναι θεσμικά αναμενόμενο τα ευρήματα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας να αξιοποιούνται από την αντιπολίτευση, καθώς και οι δύο ασκούν έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία. Ωστόσο, αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε δική του εμπλοκή σε πολιτικές σκοπιμότητες.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην περίοδο της κρίσης με τους «χρυσούς» επενδυτικούς φακέλους, όπου –όπως υποστήριξε– η κυβέρνηση επιχείρησε να περιορίσει την πρόσβαση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας σε στοιχεία, μέσω της σύστασης ερευνητικής επιτροπής. Ο ίδιος έκανε λόγο για προσπάθεια υπονόμευσης της ανεξαρτησίας του θεσμού, επικαλούμενος και σχετική προσφυγή σε διεθνή οργανισμό, η οποία –κατά τα λεγόμενά του– δικαίωσε τη θέση του.
Στο ζήτημα της απόφασης του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, που τον έκρινε ένοχο ανάρμοστης συμπεριφοράς, ο κ. Μιχαηλίδης μίλησε για «βαριά αδικία», επαναλαμβάνοντας ότι η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Υποστήριξε ότι ο τελικός κριτής στην πολιτική είναι οι πολίτες, οι οποίοι –όπως είπε– έχουν ήδη διαμορφώσει διαφορετικές απόψεις για την υπόθεσή του.
Απαντώντας σε ερώτηση για τη λειτουργία διαδικτυακής πλατφόρμας στήριξής του, στην οποία –όπως αναφέρθηκε– υπήρχαν επιθετικά και υβριστικά σχόλια, ο κ. Μιχαηλίδης υποστήριξε ότι είχε δημόσια διαχωρίσει τη θέση του. Διαφώνησε με την κρίση ότι όφειλε να επαναλαμβάνει διαρκώς τέτοιο διαχωρισμό, επιμένοντας ότι είχε προβεί στις αναγκαίες δηλώσεις.
Τέλος, σχολίασε τις καταγγελίες πρώην συνεργάτη του, απορρίπτοντάς τες κατηγορηματικά ως ψευδείς. Διευκρίνισε ότι επρόκειτο για υφιστάμενό του για περιορισμένο χρονικό διάστημα και όχι για στενό συνεργάτη, αναγνωρίζοντας μεν την επαγγελματική του επάρκεια, αλλά επισημαίνοντας προβλήματα συμπεριφοράς που –όπως είπε– δημιουργούσαν εντάσεις εντός της υπηρεσίας.
Διαβάστε επίσης: Παπαδάκης διαψεύδει ισχυρισμούς Δρουσιώτη - «Δεν γνωρίζω τον Δικαστή»




