Μέσα σ’ ένα δύσθυμο σκηνικό, όλοι οι κύριοι πολιτικοί παίκτες καταγράφουν απώλειες

Αποτελεί ερώτημα κατά πόσον η αποστροφή των πολιτών είναι ικανή να προκαλέσει ουσιαστικές ρηξιγενείς μετατοπίσεις προς την κατεύθυνση διατάραξης ή υπέρβασης των κεντρικών συστημικών δομών του πολιτικού πεδίου

ΟΛΟΕΝΑ και περισσότερο εδραιώνεται η διαπίστωση ότι, διαχεόμενη ασύνταχτα και προς διάφορες κατευθύνσεις η λαϊκή δυσφορία, δεν μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστική πολιτική δύναμη


Μια εβδομάδα πριν από τις ευρωεκλογές, η εικόνα της κάλπης για τα εκλογικά επιτελεία των κομμάτων εμφανίζεται τουλάχιστον αποθαρρυντική.

Με όλες τις προβλέψεις να θέλουν την αποχή να φθάνει σε πρωτοφανή, για τα κυπριακά εκλογικά δεδομένα, επίπεδα, οι κομματικοί μηχανισμοί αποδύονται σε μια ύστατη προσπάθεια συσπείρωσης των ψηφοφόρων, προσδοκώντας σε μια μερική, τουλάχιστον, αναστροφή του κλίματος την τελευταία στιγμή. Εγχείρημα, βεβαίως, καθόλου εύκολο, αφού η τάση «αποστροφής» των ψηφοφόρων προς την επί θύραις εκλογική διαδικασία, απότοκο της γενικότερης απαξίωσης των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικά κόμματα, διαλαμβάνει, εδώ και καιρό, εδραία χαρακτηριστικά, καθιστώντας σχεδόν ανέλπιστη μια ενδεχόμενη ανατροπή των δεδομένων.

Μέσα σ’ αυτό το δύσθυμο σκηνικό, όλοι οι κύριοι πολιτικοί παίκτες καταγράφουν απώλειες προς όφελος του «μεγάλου κερδισμένου» αυτών των εκλογών, της αποχής δηλαδή, αλλά και προς όφελος των μικρότερων ή και νεοπαγών πολιτικών σχηματισμών, που φαίνεται να εφελκύουν μέρος της διαμαρτυρίας των πολιτών για τους χειρισμούς που οδήγησαν στην κατάρρευση του κυπριακού οικονομικού συστήματος.

Εκλογές «καθοριστικών εξελίξεων»

Ήδη, στους υπολογισμούς των κομματικών ηγεσιών, οι προσεχείς ευρωεκλογές, με δεδομένα την αμείωτη κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος και των πολιτικών, τις δραστικές αλλαγές που επεσυνέβησαν το τελευταίο διάστημα στο εσωτερικό των κομμάτων, τις ρηξιγενείς διαδικασίες στο επίπεδο της συγκυβέρνησης, την ανάπτυξη πολωτικών αλλά και συγκλινουσών διεργασιών στον ευρύτερο ενδιάμεσο χώρο, την αναδιάταξη του χώρου της αντιπολίτευσης, αλλά και τις ραγδαίες εξελίξεις στο Κυπριακό κ.λπ., οι προσεχείς ευρωεκλογές ανασημασιολογούνται ως ένας εν δυνάμει καταλύτης σημαντικών εξελίξεων στο πολιτικό σκηνικό, που δεν αποκλείεται να διαφοροποιήσουν άρδην τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων.

Διάχυση της δυσαρέσκειας

Την ίδια ώρα, ωστόσο, ολοένα και περισσότερο εδραιώνεται η διαπίστωση ότι, διαχεόμενη ασύνταχτα και προς διάφορες κατευθύνσεις η λαϊκή δυσφορία, δεν μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστική και υπολογίσιμη πολιτική δύναμη, ικανή να κλονίσει το πολιτικό σύστημα και τις κατεστημένες εξουσίες του.

Υπό αυτή την έννοια, όπως σημειώνουν έγκυροι πολιτικοί αναλυτές, η έκφραση διαμαρτυρίας των πολιτών, εκδηλούμενη σπασμωδικά και ποικιλότροπα, ευνοεί τις τάσεις παγίωσης του πολιτικού κατεστημένου, δίνοντας «παράταση ζωής» στο πολιτικό σύστημα, καθώς, όπως συμβαίνει εκάστοτε σε συνθήκες κοινωνικοπολιτικού αναβρασμού, όταν η λαϊκή αντίδραση αποκλίνει από τον κυρίαρχο πολιτικό κανόνα χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσει να κορυφωθεί σ’ ένα τελεσφόρο ανατρεπτικό πολιτικό διάβημα, εκείνος που ενισχύεται είναι το υπό αμφισβήτηση πολιτικό κατεστημένο και οι εκφραστές του.

Μπορεί, επισημαίνουν, να παρατηρείται μια σχετική ισχυροποίηση των λεγόμενων «περιφερειακών» σχηματισμών του πολιτικού συστήματος (μικρότερα και νεοπαγή πολιτικά σχήματα), αλλά αυτή δεν καθίσταται ικανή να προκαλέσει ουσιαστικές ρηξιγενείς μετατοπίσεις προς την κατεύθυνση διατάραξης ή υπέρβασης των κεντρικών συστημικών δομών του πολιτικού πεδίου.

Επιτεινόμενη φθορά

Στο πλαίσιο αυτό, βεβαίως, δεν αποτελεί καθόλου τυχαίο γεγονός η διαφαινόμενη φθορά όλων των κύριων κομμάτων εξουσίας, άλλων σε μεγαλύτερο και άλλων σε μικρότερο βαθμό, που φαίνεται να πληρώνουν το τίμημα της συμμετοχής στην κυβερνητική διαχείριση, ενώ ιδιαίτερα υψηλό καταγράφεται το ποσοστό δυσπιστίας των ψηφοφόρων προς τους κομματικούς σχηματισμούς στους οποίους παραδοσιακά ανήκουν, που σε κάποιες έρευνες δημοσκόπησης αγγίζει ακόμη και το (εκπληκτικό) ποσοστό του 45 τοις εκατό.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, που εγείρεται, είναι κατά πόσον οι ευρωεκλογές, σε συνδυασμό και με τη συνέργεια άλλων παραγόντων, όπως η καρκινοβατούσα διεργασία διαλεύκανσης των σκανδάλων της οικονομίας, θα επιταχύνουν τις διαδικασίες αποσυσπείρωσης των πολιτών γύρω από τα πολιτικά κόμματα, βαθύνοντας έτι περαιτέρω τη θεσμική κρίση «νομιμοποίησης» και τις διεργασίες ριζικής αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος.

Αρχηγικός υπερτονισμός

Επιπρόσθετα, ενδεικτικό της σημασίας που προσδίδουν τα κόμματα στις προσεχείς ευρωεκλογές είναι το γεγονός ότι κατέρχονται άπαντα με ολοκληρωμένες ιδεολογικοπολιτικές ατζέντες, με κεντρική εστίαση στα θέματα της οικονομίας και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, ενώ τείνουν να προσδώσουν στην εκλογική τους απεύθυνση έναν υπερτονισμένο αρχηγικό χαρακτήρα, με τις κομματικές ηγεσίες να προβαίνουν στην πρώτη γραμμή του προεκλογικού αγώνα, εκτοπίζοντας από την κεντρικότητα της σκηνής τους υποψήφιους ευρωβουλευτές, που είναι και οι κύριοι πρωταγωνιστές της επικείμενης εκλογικής μάχης.

Προσήκων στη σημαντικότητα των ευρωεκλογών είναι, επίσης, και ο κομματοπαγής χαρακτήρας των ψηφοδελτίων, καθώς τα περισσότερα εξ αυτών απαρτίζονται από πρωτοκλασάτα κομματικά στελέχη, κομματικών αρχηγών ή αναπληρωτών μη εξαιρουμένων. Στοιχείο, ασφαλώς, που, επίσης, επιρρώνει τα προλεχθέντα.

Η ψυχολογική περιρρέουσα ατμόσφαιρα

Πάντως, μια διεισδυτικότερη κατόπτευση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας των προσεχών ευρωεκλογών δεν μπορεί να παραθεωρεί το βαθύτερο συναισθηματικό και ψυχολογικό υπόστρωμα επί του οποίου ερείδονται, σε συνάρτηση με τον πάντοτε γόνιμο, τελεστικά, συμψηφισμό προσδοκιών και κινδύνων που εμπερικλείει η δεδομένη ιστορικοπολιτική συγκυρία (κίνδυνος πλήρους κατάρρευσης της κυπριακής οικονομίας, απρόβλεπτες εξελίξεις στο Κυπριακό είτε προς αρνητική είτε προς θετική κατεύθυνση, αξιοποίηση των υδρογονανθράκων και δυναμική οικονομικής ανάκαμψης), ο οποίος τείνει να αποδεσμεύσει ένα ευάγωγο φορτίο πολιτικής αξιοποίησης από το πολιτικό σύστημα, ως ακλόνητου διαχειριστή του φόβου και της ελπίδας.