Ένας πιο ενεργός υποστηρικτικός ρόλος της Βρετανίας στις προσπάθειες επίτευξης λύσης του Κυπριακού θα μπορούσε να είναι ένα από τα αποτελέσματα της θετικότερης ατμόσφαιρας που έχει δημιουργηθεί στις σχέσεις Κύπρου - Ηνωμένου Βασιλείου, ανέφερε σε διάλεξή του ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στη Λευκωσία Μάθιου Κιντ.
Ο απερχόμενος Ύπατος Αρμοστής, που αντικαθίσταται τον προσεχή Αύγουστο, σχολίασε ότι υπάρχει περιθώριο να επιδειχθεί εμπιστοσύνη στη Βρετανία να γίνει πιο ενεργός υποστηρικτικός παίκτης. Πρόσθεσε ότι η χώρα του δεν μπορεί και δικαίως δεν πρέπει να είναι εκείνη που θα δώσει τη λύση. «Αλλά νομίζω ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε το καλύτερο για να έχουμε ένα επίπεδο ανάμιξης και εμπιστοσύνης και κατανόησης με όλους τους εμπλεκόμενους παίκτες που θα μας επιτρέψει να είμαστε μέρος της διευκόλυνσης, της δημιουργίας και ενθάρρυνσης ευκαιριών για τη λύση», συμπλήρωσε.
Παραδίδοντας το βράδυ της Πέμπτης σε αίθουσα του βρετανικού Κοινοβουλίου στο Γουέστμινστερ την έκτη διάλεξη στη μνήμη του ιστορικού Κιθ Κάιλ, ο οποίος είχε ιδιαίτερη σχέση με την Κύπρο, ο κ. Κιντ αναφέρθηκε αρχικά στις θετικές αλλαγές που διακρίνει στην ατμόσφαιρα μεταξύ των δύο χωρών.
Ως ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της βελτίωσης σε επίπεδο μη-υψηλής πολιτικής έδωσε τη συμμετοχή της Βρετανίας στη διαδικασία αναδιάρθρωσης της δημόσιας διοίκησης στην Κύπρο και την παροχή στο Χρηματοοικονομικό Επίτροπο της ευκαιρίας να δει από κοντά πώς λειτουργεί ο αντίστοιχος θεσμός στη Βρετανία.
Σε επίπεδο υψηλής πολιτικής, επισήμανε ως απόδειξη της καλύτερης σχέσης τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Λονδίνο τον Ιανουάριο. Όπως είπε, εντυπωσιάστηκε από το εύρος των θεμάτων που συζητήθηκαν, τα οποία δεν αφορούσαν μόνο διμερείς σχέσεις και το Κυπριακό, αλλά επίσης, μεταξύ άλλων, θέματα ευρωπαϊκά, ενεργειακά και ασφάλειας.
Ως παράγοντες που έχουν οδηγήσει σε αυτή τη βελτίωση των διμερών σχέσεων, ο Μάθιου Κιντ ανέφερε αρχικά το πέρασμα του χρόνου και των γενεών. Έδωσε το παράδειγμα της χαμηλών τόνων αντιμετώπισης των αποχαρακτηρισθέντων αποικιακών αρχείων του Φόρεϊν Όφις που κατά την εκτίμησή του ίσως δείχνει ότι κάποια πράγματα στην ιστορία μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι πια τόσο «οξεία ευαίσθητα».
Στάθηκε επίσης στην επίδραση της κοινής συμμετοχής στην ΕΕ μέσω της οποίας υπάρχει τακτική ανταλλαγή απόψεων επί διαφόρων θεμάτων, καθώς και στη συμφωνία από το 2009 να υπάρχει συνεργασία σε τομείς που αυτή είναι δυνατή, από την εκπαίδευση έως τον ποδοσφαιρικό χουλιγκανισμό και την οδική ασφάλεια.
Είπε επίσης ότι η κρίση στην Κύπρο έχει οδηγήσει αρκετούς σε μια αναθεώρηση αντιλήψεων και δεδομένων, ενώ η κρίση στην Ελλάδα έκανε να εκτιμηθούν περισσότερο οι δομές του κράτους που είχαν στηθεί κατά την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Ακόμα ένας ωφέλιμος για τις διμερείς σχέσεις παράγοντας, κατά τον Βρετανό διπλωμάτη, είναι ότι μετά την εμπειρία του 2004 οι Βρετανοί «απορρόφησαν κάποια μαθήματα» για το πώς εξωτερικοί παίκτες πρέπει ή δεν πρέπει να κινούνται στο πλαίσιο υποστήριξης μιας λύσης. «Έχουμε γίνει πιο ευαίσθητοι επί πραγμάτων που δεν πέτυχαν το 2004», ανέφερε. Τέλος, έκανε ιδιαίτερη μνεία στους υδρογονάνθρακες, εκτιμώντας ότι η μη ανάμιξη των Βρετανών στην αξιοποίησή τους έχει ενισχύσει την αξιοπιστία τους.
Ως προς το ποια θα μπορούσαν να είναι τα αποτελέσματα αυτής της θετικότερης ατμόσφαιρας, πέρα από τον όποιο ρόλο της Βρετανίας στις προσπάθειες λύσης, ανέφερε ότι θα μπορούσε με βάση την ενέργεια να αναπτυχθεί ένα μοντέλο συνεργασίας και ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή. Πρόσθεσε εξάλλου πως το καλύτερο επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ Κύπρου-Βρετανίας παρέχει μια καλύτερη ευκαιρία για την καλύτερη κατανόηση του πώς οι Βάσεις πέρα από τα βρετανικά εξυπηρετούν ευρύτερα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Σε ερώτηση από το ακροατήριο για το ποιον ρόλο θα μπορούσε να παίξει η Βρετανία σε μια πορεία της Κύπρου προς μια στενότερη σχέση με το ΝΑΤΟ, ο κ. Κιντ σχολίασε ότι είναι «κρίμα» που η Κύπρος είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει καμία σχέση με τη Συμμαχία, «πολύ περισσότερο λόγω της γεωγραφικής της θέσης». Επισήμανε δε τη θετική στάση της παρούσας κυβέρνησης έναντι του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη και είπε ότι έχει νόημα η «ήπια» προσέγγιση που ακολουθείται ώστε να αφεθεί χρόνος στην ιδέα να ωριμάσει.
Σε ερώτηση που αναφερόταν στο ρόλο της Βρετανίας στο Κυπριακό και στο γεγονός ότι είναι ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ που επισκέπτεται την Κύπρο και όχι ο Βρετανός ομόλογός του ή ο Βρετανός Πρωθυπουργός, ο Ύπατος Αρμοστής απάντησε ότι δεν έχει νόημα να γίνονται συγκρίσεις μεταξύ των ρόλων που παίζουν διάφορες χώρες. «Δεν πρόκειται για συναγωνισμό. Δεν είναι ότι όσα κάνουν οι Αμερικανοί πλήττουν εμάς ή μας αφήνουν εκτός εικόνας - είμαστε και εμείς συμμέτοχοι. Αν ερχόταν μια άλλη φορά (στην Κύπρο) ο Γουϊλιαμ Χέιγκ είμαι σίγουρος ότι και εκείνοι θα ήθελαν να ήταν επιτυχημένη η επίσκεψη ως προς την υποστήριξη της αναζήτησης λύσης, όπως και εμείς επιθυμούμε να είναι επιτυχημένη η επίσκεψη του κ. Μπάιντεν», είπε ο Μάθιου Κιντ.
Συγκεκριμένα για το ενδεχόμενο βρετανικής πρωθυπουργικής επίσκεψης στην Κύπρο, σχολίασε: «Η φιλοδοξία που θα θέλαμε να επιδιώξουμε με μια επίσκεψη του Πρωθυπουργού θα ήταν μεγαλύτερη ίσως από αυτές άλλων που έχουν κάνει επίσκεψη».
Σε ερώτηση περί ενός ενδεχομένως πιο ενεργού ρόλου της ΕΕ στο Κυπριακό, είπε ότι αυτός θα μπορούσε να είναι διττός: πρώτον, χωρίς να υποδεικνύει μία λύση, να μεταφέρει η Ένωση την εξειδίκευσή της στην εύρεση λύσεων, κάτι που όπως σχολίασε «δεν συμβαίνει πολύ καλά αυτή τη στιγμή» και αργότερα να διασφαλίσει το σεβασμό του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Κληθείς να σχολιάσει ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχει μάθει αναφορικά με το Κυπριακό από τη θητεία του στη Λευκωσία, ο απερχόμενος Ύπατος Αρμοστής της Βρετανίας απάντησε ότι αυτό είναι «η ταπεινότητα, ως προς τη σκοπιμότητα υποδείξεων απ’ έξω».
Πηγή: ΚΥΠΕ




