Η μάχη που δίνεται σήμερα είναι για διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και για τη φυσική και εθνική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού, δήλωσε ο Πρόεδρος της Βουλής Γιαννάκης Ομήρου σε ομιλία του σε εκδήλωση της Ενωσης Κυπρίων Νομού Μαγνησίας με θέμα “Κύπρος, 40 χρόνια τουρκικής κατοχής, το χρέος της ελευθερίας”.
Στην ομιλία του, ο κ. Ομήρου είπε ότι η επανάληψη των διαπραγματεύσεων με βάση τη συμφωνία της 11ης Φεβρουαρίου, η οποία “περιέχει αμφισημίες και λεγόμενες εποικοδομητικές ασάφειες, είναι βέβαιο ότι θα αξιοποιηθεί από την τουρκική πλευρά”.
Οπως είπε, η Τουρκία εξακολουθεί να προτείνει δύο λαούς, δύο κράτη, συνεταιρισμό, νομιμοποίηση του εποικισμού και της διαίρεσης, εγγυητικά δικαιώματα και ξένη στρατιωτική παρουσία.
“Αντί δε μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, η Τουρκία υποχρεώνει τους Έλληνες Κύπριους να υποβάλλουν αίτηση για βίζα αποδεχόμενοι ότι είναι πολίτες της `Διοίκησης της Νότιας Κύπρου`, χαρακτηρίζει τους καταγόμενους από την Καρπασία ως `αλλοδαπούς`, ενώ αυτή την εβδομάδα ο κ. Έρογλου δήλωσε στη Νέα Υόρκη ότι δεν πρόκειται να συζητήσει θέμα εποίκων στις διαπραγματεύσεις γιατί δήθεν είναι νόμιμοι πολίτες της Τ.Δ.Β.Κ”, σημείωσε.
Ο Πρόεδρος της Βουλής ανέφερε ότι η “στρατηγική μονομερών υποχωρήσεων με τον ευσεβοποθισμό ότι αυτό θα οδηγήσει σε λύση -όταν ο Νταβούτογλου με κυνισμό διακηρύττει ότι `κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας Τουρκοκύπριος θα ’πρεπε να τον εφεύρουμε` και ότι `η Τουρκία πρέπει να ελέγχει τις κυπριακές εξελίξεις γιατί η Κύπρος είναι απαραίτητη στους σχεδιασμούς της να καταστεί περιφερειακή υπερδύναμη με παγκόσμια εμβέλεια`- αποτελεί κατά τον πλέον επιεική χαρακτηρισμό αθεράπευτη αφέλεια”.
Ταυτόχρονα, είπε, η Τουρκία απαιτεί συγκυριαρχία στο Αιγαίο, κηδεμονία των μουσουλμανικών κοινοτήτων στον πρώην οθωμανικό χώρο. Δηλαδή διχοτόμηση του Αιγαίου, κυπροποίηση της Θράκης και αλεξανδροποίηση της Κύπρου μέσω του εποικισμού.
“Η μάχη που δίνεται σήμερα είναι για διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και για τη φυσική και εθνική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού”, τόνισε ο κ. Ομήρου.
Οπως είπε, για να διασφαλίσουμε ενότητα δράσης, πρέπει να προτείνουμε ως βάση λύσης το ομόφωνο ανακοινωθέν του Εθνικού Συμβουλίου του 2009, που προνοεί για λύση που πρέπει να διασφαλίζει την ενότητα του χώρου, του κράτους, της οικονομίας, των θεσμών, των βασικών ελευθεριών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θα απαλλάσσει από έποικους, κηδεμόνες και ξένη στρατιωτική παρουσία.
“Δυστυχώς, υπήρξαν παρεκκλίσεις. Είναι επιτακτική ανάγκη να αναιρεθούν προτάσεις που συγκρούονται με τις πρόνοιες του ομόφωνου ανακοινωθέντος του Εθνικού Συμβουλίου”, ανέφερε ο κ. Ομήρου.
Επεσήμανε ότι πρέπει να καταγγελθεί η Τουρκία σε όλα τα διεθνή, περιφερειακά και εθνικά βήματα και ότι ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας προϋποθέτει συμμόρφωση στις ευρωπαϊκές αξίες και τα ευρωπαϊκά κεκτημένα.
“Δεν θα ανεχθούμε ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας a la carte. Δεν είμαστε αντίθετοι σε Διεθνή Διάσκεψη. Όμως, με μόνο θέμα τη διεθνή πτυχή (κατοχή, κατάργηση εγγυήσεων, εποικισμό) και με συμμετοχή μόνο κυβερνήσεων. Άλλωστε, μόνο με τον τερματισμό της κατοχής θα αποκτήσουν οι Τουρκοκύπριοι ανεξαρτησία φωνής. Οι κίνδυνοι είναι ορατοί”, είπε.
Ο κ. Ομήρου ανέφερε ότι πρέπει να απαιτήσουμε την πιο ενεργό ανάμειξη της ΕΕ στις προσπάθειες για λύση.
“Με διορισμό ως Ειδικού Απεσταλμένου για το Κυπριακό πολιτικής προσωπικότητας και όχι τεχνοκράτη, όπως συμβαίνει σήμερα. Να επιδιώξουμε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Τουρκίας έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτές αποφασίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Άρνηση της Τουρκίας να συμμορφωθεί, θα πρέπει να οδηγεί σε οριστικό τερματισμό της ενταξιακής της πορείας”, είπε.
Σημείωσε ότι δεν πρέπει να υπάρξει διασύνδεση του φυσικού αερίου με τη λύση του Κυπριακού.
Πρόσθεσε ότι επιβάλλεται ακόμα η εμπλοκή όλων των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας στις προσπάθειες για λύση.
Ο κ. Ομήρου ανέφερε ότι επείγει ταυτόχρονα η αξιοποίηση των νέων γεωστρατηγικών, γεωπολιτικών και γεωοικονομικών δεδομένων που έχουν διαμορφωθεί στην περιοχή μας και ανέτρεψαν παγιωμένες ισορροπίες δεκαετιών.
Αναφερόμενος στην οικονομία, ο κ. Ομήρου είπε ότι η δεινή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η κυπριακή οικονομία, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να επηρεάσει την επιβαλλόμενη ορθή και εθνικά υπεύθυνη διαχείριση του Κυπριακού.
“Να δώσουμε το μήνυμα ότι κανείς δεν πρέπει να διανοηθεί ότι η οικονομική κρίση θα ήταν δυνατό να μας οδηγήσει στο να αποδεχθούμε ελλειμματικές λύσεις”, είπε.
Καταλήγοντας, είπε ότι σε πλήρη συμπόρευση με το έθνος, το σύνολο των δυνάμεων του Ελληνισμού, θα δώσουμε τη μάχη της δικαιοσύνης και της επικράτησης της διεθνούς νομιμότητας.




