Μήνυμα αισιοδοξίας για το μέλλον του τραπεζικού τομέα αλλά και της οικονομίας γενικότερα, την ίδια ώρα που ολόκληρη η Κύπρος κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα αναμένοντας την Τρόικα, έστειλε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκος Δημητριάδης.
Aνοιχτό το ενδεχόμενο ο ΕΜΣ να προχωρήσει σε απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών
Σημαντική ήταν η αναφορά του Διοικητή στο ενδεχόμενο ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) να προχωρήσει σε απευθείας κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των κυπριακών τραπεζών πριν τη θέσπιση του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας για τις τράπεζες την 1η Ιανουαρίου 2014, τονίζοντας ότι αυτό θα μπορούσε να μειώσει, αν όχι να αφαιρέσει εξ ολοκλήρου, τους φόβους για τη βιωσιμότητα του κυπριακού δημοσίου χρέους.
Μιλώντας ενώπιον των μελών του Συνδέσμου Ξένων Τραπεζών Κύπρου, ο Πανίκος Δημητριάδης αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην Ευρώπη γενικότερα και υπογράμμισε την αδυναμία που επέδειξε η ευρωζώνη στο να διαχειριστεί τη λύση, μεταφέροντας τελικά το βάρος στους φορολογούμενους.
«Στο μέλλον, αυτό το βάρος θα πρέπει να μεταφερθεί στους ιδιοκτήτες των τραπεζών οι οποίοι θα πρέπει να είναι σε θέση να καλύψουν τις απώλειες που προκλήθηκαν από την αποτυχία τους. Η όποια κρατική παρέμβαση, αν χρειαστεί, θα πρέπει να αφορά την λύση του προβλήματος και όχι την οικονομική διάσωση τους», ανέφερε, επικαλούμενος την έκθεση του Καθηγητή John Vickers, της Ανεξάρτητης Τραπεζικής Επιτροπής του Η.Β.
Σημείωσε επίσης ότι η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών σε κρατικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο, για τη διάσωση των τραπεζών, δεν άφησε άλλη επιλογή στα κράτη μέλη, από το να σπεύσουν να τις διασώσουν οικονομικά.
Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης των Τραπεζών, θα αποτελέσει τις βασικές κινητήριες δυνάμεις για ενδυνάμωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης αλλά και την προώθηση της οικονομικής ενοποίησης.
Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός, είπε, θα αποτελέσει ένα συνολικό πλαίσιο όσο αφορά την εποπτεία των τραπεζών της ευρωζώνης, ενώ η ενισχυμένη επιτήρηση θα συμβάλει στη βελτίωση της ευρωστίας των τραπεζών.
Για τον κυπριακό τραπεζικό τομέα
Αναφερόμενος στις προκλήσεις του τραπεζικού τομέα στην Κύπρο, εξέφρασε την αισιοδοξία ότι παρόλες τις δυσκολίες, τα προβλήματα θα ξεπεραστούν στο σύντομο μέλλον.
«Η κρίση είναι μια σπάνια ευκαιρία για να διορθώσουμε τα διαχρονικά προβλήματα», είπε χαρακτηριστικά.
Σημείωσε ότι οι δύο μεγάλες τράπεζες, έχουν ζητήσει τη στήριξη του κράτους, εν μέρει λόγω της έλλειψης κεφαλαίων, μετά τις απώλειες λόγω του κουρέματος του ελληνικού χρέους.
Παρόλα αυτά, είπε, η Κεντρική Τράπεζα, βρίσκεται σε συνεχή συνεργασία με τις νέες ηγεσίες των δύο τραπεζών με στόχο να βγουν πιο δυνατές από την κρίση.
Ο ίδιος εκτιμά ότι τα επόμενα χρόνια το μέγεθος του τραπεζικού τομέα θα συρρικνωθεί, και θα γίνει ανάλογο του ΑΕΠ αλλά ταυτόχρονα θα διαμορφωθεί ένα πιο λιτό αλλά και ανταγωνιστικό τραπεζικό σύστημα.
«Αναμένω επίσης ότι στην αγορά θα εισέλθουν και νέες τράπεζες αφού υπάρχει χώρος για μεγαλύτερους ή και μικρότερους παίκτες, καθώς και για διαφορετικούς τύπους ιδιοκτησίας όπως εγχώριες, ξένες, μετοχικές.»
«Ανακεφαλαιοποίηση Τραπεζών: Όσο πιο σύντομα τόσο το καλύτερο»
Αναφερόμενος στις προβλέψεις και τις αξιολογήσεις των διάφορων οίκων, οι οποίοι εκτιμούν ότι μετά την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί επικίνδυνα, είπε ότι η ενίσχυση της κεφαλαιακής θέσης των τραπεζών, με την αύξηση των επιπέδων του κεφαλαίου τους, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα και για να έρθει ανάπτυξη.
«Κατά τη γνώμη μου, όσο πιο σύντομα προχωρήσουμε με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την αύξηση της κεφαλαιακής επάρκειας τους στα επίπεδα που ισχύουν σε διεθνές επίπεδο, τόσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά θα μπορούν να διορθωθούν τα προβλήματα στις τράπεζες ώστε να κάνουμε μια νέα αρχή και να προχωρήσουμε», είπε.
Παράλληλα ο Πανίκος Δημητριάδης, εκτιμά ότι παρόλη τη σταδιακή επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών, η Κύπρος είναι σε καλύτερη θέση από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.
Διαφωνεί ότι το χρέος δεν είναι διαχειρίσιμο
Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, διαφώνησε με την άποψη ότι το δημόσιο χρέος θα καταστεί μη βιώσιμο μετά το δάνειο που θα λάβει η Κύπρος από τον Μηχανισμό Στήριξης, λέγοντας ότι αυτοί που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο προσθέτουν στα τρέχοντα στοιχεία το ποσό αυτό.
«Ακόμα και στην περίπτωση που αυτό είναι το ακριβές ποσοστό κάτι το οποίο δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πριν τον έλεγχο που διεξάγεται, υπάρχουν τουλάχιστο τρεις λόγοι για τους οποίους εγώ εκτιμώ ότι το δημόσιο χρέος θα παραμείνει βιώσιμο. Η άμεση ανεκαφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον Μηχανισμό θα είναι δυνατή όταν η Ενιαία Εποπτική Αρχή αρχίσει τη λειτουργία της και αυτό δεν μπορεί να γίνει πριν την 1η Ιανουαρίου του 2014. Αυτό όμως δεν εμποδίζει την καταβολή μέρους του δανείου με άμεση εισφορά του κεφαλαίου στις τράπεζες από το μηχανισμό, κάτι το οποίο εύκολα μπορεί να μειώσει το δημόσιο χρέος σε επίπεδα κάτω του 100%του ΑΕΠ», εξήγησε.
Επίσης είπε ότι η ιδιωτικοποίηση των τραπεζών οι οποίες κρατικοποιήθηκαν, θα μπορεί να γίνει σε περίπου τρία χρόνια. «Η πώληση των τραπεζών αυτών από μέρους του κράτους, την κατάλληλη χρονικά στιγμή, μπορούν να αποφέρουν κέρδη στο κράτος και τελικά το όλο εγχείρημα να καταστεί επένδυση», υποστήριξε.
Ελπίδα το φυσικό αέριο
Αναφερόμενος στα αποθέματα φυσικού αερίου στην Κυπριακή ΑΟΖ, είπε ότι πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη η οποία αναμένεται να ενισχύσει τα δημοσιονομικά και να αυξήσει το ΑΕΠ και την ικανότητα της κυβέρνησης να εξυπηρετήσει τα χρέη της. Η απαραίτητη δημιουργία εγκαταστάσεων για τη διαχείριση αυτών των αποθεμάτων, θα φέρει τεράστιες επενδύσεις στον τομέα των κατασκευών της ενέργειας των υποδομών των συγκοινωνιών της διανομής κτλ.
Αποτέλεσμα των επενδύσεων αυτών θα είναι η ανοδική πορεία της οικονομίας με σημαντικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα για το ΑΕΠ της χώρας και τα φορολογικά έσοδα.
Σε όλες αυτές τις εξελίξεις ο τραπεζικός τομέας έχει ένα σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει αφού θα κληθεί να χρηματοδοτήσει πολλές από τις αναγκαίες επενδύσεις. Αυτό θα φέρει και γρηγορότερη ανάκαμψη των τραπεζικών ιδρυμάτων της χώρας.
Αισιοδοξία αντλεί και από τις πρόσφατες αποφάσεις της ΕΕ σχετικά με τις πολιτικές για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης.
«Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι με τις κατάλληλες πολιτικές και με τη βοήθεια των Ευρωπαίων εταίρων μας, ο κυπριακός τραπεζικός τομέας αλλά και η οικονομία στο σύνολο της θα ανακάμψει και θα βγει πιο δυνατή από την παρούσα κρίση.
Έκπληξη Παπαδόπουλου για τις αναφορές Δημητριάδη
Ο Αντιπρόεδρος του ΔΗΚΟ και Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής Νικόλας Παπαδόπουλος δήλωσε ότι θα πρέπει να δοθεί «ιδιαίτερη και ειδική» έμφαση στις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα που αφορούν τον χρηματοπιστωτικό τομέα, προσθέτοντας ότι Κυβέρνηση και Κεντρική Τράπεζα πρέπει να πάψουν να λειτουργούν «ως να βρίσκονται στον αυτόματο πιλότο».
Αναφερόμενος σε πρόσφατες δηλώσεις του Διοικητή της ΚΤ Πανίκου Δημητριάδη ότι «έχει αποδεχθεί όλες τις εισηγήσεις της Τρόικας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα με πάρα πολύ λίγες εξαιρέσεις», ο κ. Παπαδόπουλος εξέφρασε «έκπληξη».
«Κανένας δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει μία ανάγκη μεταρρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και εμείς υποστηρίζουμε ότι θα πρέπει με κάθε τρόπο να βελτιωθεί ακόμα περαιτέρω η αποτελεσματικότητα της εποπτείας του τραπεζικού τομέα» είπε σε δηλώσεις του στη Βουλή, προσθέτοντας ότι οι εισηγήσεις της Τρόικας πρέπει να εξεταστούν «με πάρα πολύ προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Κύπρου αντιπροσωπεύει σήμερα το 42% του ΑΕΠ της Κύπρου».
Ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε σε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες «η ΕΚΤ έχει δυσανασχετήσει με την ΚΤ της Κύπρου». Υπάρχουν εκθέσεις, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, που έχουν παρουσιαστεί στο ΔΣ της ΕΚΤ οι οποίες καταδεικνύουν ότι «δεν είναι ικανοποιητική η αντίδραση της ΚΤ στις εκκλήσεις της ΕΚΤ για περαιτέρω συζήτηση και για περαιτέρω πληροφορίες που επιζητούνται για το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα».
Είπε τέλος, ότι η βιωσιμότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα πρέπει να διαφυλαχθεί, γιατί αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση «τον ερασιτεχνισμό και την προχειρότητα του κράτους μας θα την πληρώσει ευρύτερα η οικονομία και οι εργαζόμενοι».




