Τη θέση ότι συμφωνεί με τις θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ εξέφρασε από το βήμα του Προγραμματικού Συνεδρίου του κόμματος ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας. Απέρριψε παράλληλα «τα όσα λέγονται και γράφονται για δήθεν διάσταση απόψεων μεταξύ εμού και της ηγεσίας του ΑΚΕΛ για το κυπριακό».
Αυτούσια η παρέμβαση του Δ. Χριστόφια
Πρώτα από όλα θέλω να πω ότι συμφωνώ με τις θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής προς το Συνέδριο. Και να απορρίψω κατηγορηματικά, όσα λέγονται και γράφονται για δήθεν διάσταση απόψεων μεταξύ εμού και της ηγεσίας του ΑΚΕΛ σε ότι αφορά τους χειρισμούς του κυπριακού προβλήματος.
Επέλεξα συνειδητά να παρέμβω κύρια για το ζήτημα του Κυπριακού. Παρακολουθώ να αναπτύσσεται δημόσια συζήτηση που μοιραία φέρνει και θα φέρει και στο μέλλον, θέματα που τέθηκαν έντονα κατά την Προεδρία μας. Είτε θέλουν κάποιοι να το παραδεχτούν είτε όχι, η πολιτική μας στο Κυπριακό και η εξωτερική πολιτική που ακολουθήσαμε στο σύνολο της, άφησε πίσω της σημαντική κληρονομιά. Αυτή η κληρονομιά διαστρεβλώνεται γιατί οι πολιτικοί και ιδεολογικοί μας αντίπαλοι δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι, το λιγότερο, δημιουργήσαμε μια στέρεα βάση και πήραμε την Κύπρο βήματα μπροστά από την κατοχική δύναμη.
Το πρώτο που θέλω να υπενθυμίσω είναι πως διεκδικήσαμε την Προεδρία της Δημοκρατίας με πρώτο και κύριο στόχο να αναζωογονήσουμε την ελπίδα και να πετύχουμε επίλυση του κυπριακού. Στον προβληματισμό που είχε αναπτυχθεί το 2007 για την πιθανότητα διεκδίκησης της Προεδρίας από τον τότε Γενικό Γραμματέα της ΚΕ ΑΚΕΛ, διαπιστωνόταν πως «η στασιμότητα στο Κυπριακό όταν μάλιστα από αρκετούς στο εξωτερικό αυτή καταλογίζεται – έστω άδικα – στην ε/κυπριακή πλευρά, εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την παγίωση και ενδεχόμενα την αποδοχή των διχοτομικών δεδομένων». Είχαμε τότε εκτιμήσει πως στην περίπτωση που ο λαός θα τιμούσε με τη ψήφο του τη δική μας υποψηφιότητα «θα δημιουργούνταν νέες προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού».
Μετά την εκλογή μας υπερασπιστήκαμε την υπόθεση του κυπριακού λαού, χωρίς αυταπάτες και χωρίς υποχώρηση από αρχές, σε όλα τα μέτωπα. Στο εσωτερικό μέτωπο, παρόλη την πολεμική και την επίθεση από πολιτικά κόμματα και πολιτικά πρόσωπα. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Στο μέτωπο της διεθνοποίησης. Σε κάθε ένα από αυτά τα μέτωπα, έχουμε νομίζω το δικαίωμα να σεμνυνόμαστε πως μείναμε μέχρι το τέλος, πρώτα και κύρια συνεπείς και ειλικρινείς με τις θέσεις μας. Δε λέγαμε άλλα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και άλλα στον κυπριακό λαό. Δε λέγαμε άλλα εντός Κύπρου και άλλα εκτός Κύπρου.
Θέσαμε τον εαυτό μας στην κρίση του κυπριακού λαού, μιλώντας καθαρά και ξάστερα. Και μετά την εκλογή μας, αλλά και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Χωρίς αντιφάσεις, χωρίς ακροβασίες, χωρίς διάθεση να κάνουμε το πλαίσιο της λύσης του Κυπριακού «μνήμα του Άη Νεοφύτου» για να χωράμε όλοι.
Δε μιλήσαμε αφηρημένα, όπως έκαναν πολλοί τότε, για «μια κάποια ομοσπονδία». Εμείς μιλήσαμε ξεκάθαρα για την ανάγκη επανένωσης της Κύπρου και του λαού της με λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως αυτή καθορίζεται στα Ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Μιλήσαμε με παρρησία για τη λύση που η Ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχτηκε με τις συμφωνίες κορυφής του 1977 και 1979.
Δεν κλείσαμε τα μάτια και τα αυτιά στις ιστορικές αλήθειες που έπρεπε να λεχθούν. Δε γίνεται να συζητείται το Κυπριακό και ορισμένοι να συμπεριφέρονται ωσάν να μην έγινε ποτέ τίποτε σε αυτό τον τόπο. Όσες επικλήσεις και να γίνουν σε «ελληνίδες και έλληνες», δεν σβήνουν τις ιστορικές αλήθειες. Που έπρεπε και πρέπει να λέγονται και σήμερα. Το λέω τούτο γιατί σε τελική ανάλυση βλέπουμε την πολιτική αντίληψη που στο όνομα της Ένωσης άνοιξε το δρόμο για να έρθει η Χούντα και έπειτα η Τουρκία, να απαιτεί να καταλήξουμε σήμερα σε ένα κράτος καλύτερο και από το ’60. Το λέω γιατί πρέπει να πάψουν οι διάφοροι υπερ-πατριώτες να κανακεύουν τον εθνικισμό.
Όντας Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχα δηλώσει πως το Κυπριακό κράτος δεν είναι ελληνικό, είναι κράτος κυπριακό, που ανήκει στους Κύπριους και πως έπεσαν και οι τουρκοκύπριοι θύματα του εθνικισμού και του σοβινισμού ορισμένων ελληνοκυπρίων. Πόση αντίδραση συναντήσαμε τότε, επειδή είπαμε μια αλήθεια! Ωσάν να μην ήξερε κανένας από όλους αυτούς τους υπερπατριώτες τι έγινε στην Τόχνη, για παράδειγμα – και όχι μόνο.
Όντας Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μιλώντας σε μια δεξαμενή σκέψης στην Αμερική είχα υποδείξει πως η Κυπριακή Δημοκρατία υπέστη πρώτα άλωση εκ των έσω από την ΕΟΚΑ Β’ του Γρίβα και τη Χούντα της Ελλάδας, που συμπεριφέρθηκε στην Κύπρο μας σαν κακιά μητριά και όχι σα μάνα. Πόση αντίδραση ξέσπασε και τότε! Αντιστρόφως ανάλογη όσης ξέσπασε όταν ο κ. Αναστασιάδης αναφέρθηκε στους βρετανούς για να τους πει πως «ιστορικά ήμασταν πάντοτε μαζί»!
Πληρώσαμε παλληκαρήσια το κόστος των επιθέσεων που δεχθήκαμε σε αυτά τα ζητήματα, γιατί πιστεύουμε ότι η παραδοχή της ιστορικής αλήθειας είναι σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχει υπόψιν του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενόψει της διαδικασίας που θα ξεκινήσει.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καταθέσαμε προτάσεις και θέσεις καθαρές, λειτουργικές και συνενωτικές. Καταγγείλαμε τις εγγυήσεις, υποδεικνύοντας ότι η Κύπρος δε χρειάζεται κηδεμόνες. Υπενθυμίζω μόνο την επίσημη θέση της Ελληνικής κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Κώστας Καραμανλής το 2009 κατά την επίσκεψη του εδώ, τάχθηκε κατά της συνέχισης του καθεστώτος των εγγυήσεων, λέγοντας πως το ευρωπαϊκό πλαίσιο αρκεί. Αυτό την ώρα που άλλοι είχαν κινητοποιήσει θεούς και δαίμονες, όχι για να ενισχύσουν τη θέση μας να απαλλαγούμε από εγγυήσεις και κηδεμόνες, αλλά για να μας εντάξουν σε ΝΑΤΟϊκά προγράμματα και να εντάξουν το ΝΑΤΟ στους εγγυητές, για να μας αλυσοδέσουν περισσότερο.
Καταθέσαμε την πιο ολοκληρωμένη πρόταση που κατατέθηκε ποτέ για τα θέματα της Διακυβέρνησης. Πρόταση- τομή για το μέλλον και ιστορικά αναγκαία, που μεταφέρει την αντιπαράθεση από το εθνοτικό στο πολιτικό, ταξικό επίπεδο.Πρόταση ριζοσπαστική, που ήταν φυσικό να ενοχλήσει όσους ονειρεύονται αλυτρωτισμούς και χαλαλίζουν τη μισή μας πατρίδα και δεν τους ενοχλεί να μείνουμε με την άλλη μισή, αρκεί να είναι «αμιγώς ελληνική». Και αν κατάφεραν οι πολέμιοι μας να πείσουν ένα κομμάτι του λαού ότι επρόκειτο για δήθεν «δώρο» και «υποχώρηση» του Χριστόφια στην τουρκική πλευρά, ένας από τους λόγους είναι ότι ο λαός μας δε γνώριζε τι συζητείτο και τι είχε γίνει αποδεχτό προηγουμένως. Κανένας προηγουμένως, ούτε ο αείμνηστος Γ. Κληρίδης, ούτε ο αείμνηστος Τ. Παπαδόπουλος δεν είχαν μιλήσει δημόσια γι΄αυτά τα θέματα, δεν τα είχαν εξηγήσει στο λαό.Εμείς πράξαμε ακριβώς αυτό. Αφού τα βελτιώσαμε, τα εξηγήσαμε και τα αναλύσαμε δημοσίως. Το ίδιο πράξαμε και σε ότι αφορά την πρόταση για την αποχώρηση εποίκων. Και οι δύο προτάσεις που παρουσιάζονται ως «υποχωρήσεις» προϋπήρχαν, και ήταν πιο γενναιόδωρες, για να χρησιμοποιήσω τη φρασεολογία των επικριτών μας, απλώς κανένας δεν το έλεγε.
Αξίζει να επικαλεστώ πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου, τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί ήδη. Στις 10 Νοεμβρίου 2008, είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου η τοποθέτηση του αείμνηστου Τ. Παπαδόπουλου: «υπάρχει έγγραφο δικό μας γι’ αυτό το θέμα, από το 1972, χρησιμοποιώντας μάλιστα ανάλογο σχέδιο, το οποίο είχε πει ο κ. Μαντέλα όταν διεξήγε τις δικές του διαπραγματεύσεις για τη Ν. Αφρική. Εγώ διάβασα αυτό το έγγραφο, μάλιστα μου ανατέθη να κάνω και ειδική μελέτη πάνω σε αυτό το ζήτημα…». Παρακάτω και θέτοντας ως προϋπόθεση το κοινό ψηφοδέλτιο, είπε απευθυνόμενος σε εμένα «Μάλιστα, αν μου επιτρέπετε να το πω, χωρίς να προσπαθώ να πατρονάρω, είναι βελτίωση η δική σας πρόταση. Είναι καλύτερο από αυτό που είχε προταθεί προηγουμένως».
Μάλιστα, το ότι δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση να εγκαταλειφθεί η εκ περιτροπής Προεδρία τεκμηριώνεται και από τα πρακτικά της κωδικοποίησης με τις επιδιωκόμενες αλλαγές επί του σχεδίου Ανάν όπως αυτή καταγράφηκε στις συναντήσεις εκπροσώπων του τέως Προέδρου με τον τέως Βοηθό Γ. Γ. του ΟΗΕ κ. Πρέντεργκαστ, που πραγματοποιήθηκαν στην έδρα του ΟΗΕ τον Μάιο του 2005. Επιπλέον, ο ίδιος ο κ. Αναστασιάδης, δήλωσε δημόσια το 2009 πως «θέλω να είμαι έντιμος, όταν υπάρχουν επιστολές προκατόχων και θέσεις, αυτές παραμένουν στο τραπέζι».
Όσο για το θέμα της παραμονής 50,000 εποίκων, απλώς επικαλούμαι τα λόγια του κ. Λυσσαρίδη όπως καταγράφηκαν στα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου. «Ξέρουμε όλοι πως θα μείνουν. Δεν είμαι αφελής να πιστεύω ότι θα τσουβαλιάζουμε 180-200 χιλιάδες εποίκων και θα φύγουν. Μακάρι να τα καταφέρουμε να φύγει ένας αριθμός, άλλο τούτο, άλλο όμως η νομιμοποίηση του εγκλήματος». Αυτό ακριβώς είχα και εγώ υπόψιν μου όταν ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποδέχθηκα αυτή τη θέση που προϋπήρχε και στηλίτευα ταυτόχρονα την τουρκική πλευρά για την απαίτηση της οι χιλιάδες έποικοι να είναι ως τον τελευταίο πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ένα νέο κράτος με συνεταιρισμό δύο ισότιμων κρατών.
Τα επαναλαμβάνω όλα αυτά γιατί η προεκλογική περίοδος τέλειωσε πριν ένα χρόνο και σήμερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται να ζυγίσει τα πράγματα ενόψει συνομιλιών. Καλείται να βρει τη δύναμη να απαγκιστρωθεί από υποσχέσεις που ξέρει και ο ίδιος πως αν τις εκπληρώσει, θα κάνει ζημιά στην υπόθεση της Κύπρου.
Σε ότι αφορά το μέτωπο της διεθνοποίησης του Κυπριακού. Σε ένα κόσμο που το κουβάρι των ανταγωνισμών περιπλέκεται, σε πλαίσιο σύνθετο και πολύπλοκο, ναι κρίναμε ότι η εξωτερική πολιτική μας δεν έπρεπε να είναι μονοδιάστατη. Γι΄αυτό αλλού δυναμώσαμε και αλλού κτίσαμε σχέσεις. Με τον αραβικό κόσμο, την Κίνα, τη Ρωσία, τη Γαλλία αλλά και το Ισραήλ, τη Γερμανία και πολλούς άλλους. Τα κυριαρχικά μας δικαιώματα σε σχέση με την ΑΟΖ σήμερα θεωρούνται αυτονόητα. Δεν ήταν όμως πάντα. Χρειάστηκε τεράστια στρατηγική προσπάθεια για να δημιουργηθεί εκείνο το πλέγμα που θα προστάτευε και θα διασφάλιζε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και άλλη τόση προσπάθεια για να πραγματοποιηθούν οι έρευνες και να κατοχυρωθεί ο φυσικός πλούτος, με την προοπτική να γίνει παράγοντας ειρήνης και ευημερίας για τον τόπο μας.
Θα μπορούσα να υπενθυμίσω δηλώσεις πλήθους αξιωματούχων που αναγνώριζαν το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο κυπριακό και στην άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και καλούσαν την Τουρκία να συμμορφωθεί. Δε θα το πράξω. Θα περιοριστώ μόνο να υποδείξω τη σημασία που έχει να μην εγκλωβιστεί η παρούσα κυβέρνηση στην εμμονή της στο παλαιομοδίτικο δόγμα «ανήκωμεν εις τη δύση», καταστρέφοντας ότι χτίσαμε με την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που εφαρμόσαμε, και να εργαστεί προς όλες τις κατευθύνσεις.
Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ότι ο κύριος λόγος που διεκδικήσαμε την Προεδρία ήταν να βγάλουμε το Κυπριακό από το τέλμα και μέσα από μια συνεπή κοινή πάλη με τις Τουρκοκυπριακές προοδευτικές δυνάμεις να τερματίσουμε την κατοχή και να επανενώσουμε την κοινή μας πατρίδα, επιτυγχάνοντας τη μετεξέλιξη του ενιαίου κράτους σε ομοσπονδιακό. Για την επίτευξη αυτού του στόχου εφαρμόσαμε με συνέπεια πολιτική επαναπροσέγγισης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, καθοδηγούμενοι από τον ταξικό χαρακτήρα και τη διαχρονική διεθνιστική φιλοσοφία του Μαρξιστικού Λενινιστικού Κόμματος, του συνόλου της εργατικής τάξης και ευρύτερα των εργαζομένων του νησιού μας.
Δε διεκδικήσαμε την εξουσία για να διαχειριστούμε τον καπιταλισμό. Τη διεκδικήσαμε για να πετύχουμε την εθνική απελευθέρωση και συνάμα να κτίσουμε μια πιο δίκαιη κοινωνία, ως ένα στάδιο προετοιμασίας για το μεγάλο βήμα της προετοιμασίας της επίτευξης της κοινωνικής απελευθέρωσης.




